Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ποιῶν τὰ ἔργα Κυρίου ἀμελῶς. Πανταχοῦ δὲ φυλακτέον ἡμῖν, μὴ, προφάσει μιᾶς ἐντολῆς, ἑτέραν φανῶμεν καταλύοντες. Οὔτε γὰρ μάχεσθαι, οὔτε συνδιαπληκτίζεσθαι τοῖς ἀγνωμονοῦσιν εὐπρεπὲς ἡμῖν· ἐπείπερ δοῦλον Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθαι, ἀλλὰ τὸν ἀγνωμονούμενον παρὰ τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν μνημονεύειν χρὴ τοῦ Κυρίου εἰπόντος, ὅτι Οὐκ ἔστιν ὅστις ἀφῆκεν οἰκίαν, ἢ ἀδελφοὺς, ἢ ἀδελφὰς, ἢ πατέρα, ἢ μητέρα, ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα, ἢ ἀγροὺς, οὐχ ἁπλῶς, ἀλλ’ ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ὃς οὐ μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
Μετάφραση
Επικατάρατος είναι καθένας που πράττει τα έργα του Κυρίου με αμέλεια. Παντού δε πρέπει να φυλαγόμαστε, μήπως, με την πρόφαση μίας εντολής, φανεί ότι καταλύουμε κάποια άλλη. Διότι δεν είναι πρέπον σε εμάς ούτε να μαχόμαστε, ούτε να διαπληκτιζόμαστε με τους αγνώμονες· επειδή ο δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να μάχεται, αλλά αυτός που υφίσταται αγνωμοσύνη από τους κατά σάρκα συγγενείς οφείλει να θυμάται τον Κύριο που είπε ότι, δεν υπάρχει κανείς που να άφησε οικία, ή αδελφούς, ή αδελφές, ή πατέρα, ή μητέρα, ή γυναίκα, ή τέκνα, ή αγρούς, όχι απλώς, αλλά εξαιτίας εμού και του Ευαγγελίου, ο οποίος δεν θα λάβει εκατονταπλάσια κατά τον παρόντα καιρό, και στον ερχόμενο αιώνα ζωή αιώνια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες