ΚΕΦΑΛ. Ιʹ. Περὶ τῶν ἐπερωτησάντων, εἰ ἔξεστιν ἀπολύειν τὴν γυναῖκα. Περὶ τοῦ ἐπερωτήσαντος πλουσίου τὸν Ἰησοῦν. Περὶ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου. Περὶ τοῦ Βαρτιμαίου. «Κἀκεῖθεν ἀναστάς, ἔρχεται εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας διὰ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ συμπορεύονται πάλιν ὄχλοι πρὸς αὐτόν. Καὶ ὡς εἰώθει πάλιν ἐδίδασκεν αὐτούς. Καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι, ἐπηρώτησαν αὐτόν, Εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ γυναῖκα ἀπολῦσαι; πειράζοντες αὐτόν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ὑμῖν ἐνετείλατο Μωσῆς; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Μωσῆς ἐπέτρεψε βιβλίον ἀποστασίου γράψαι, καὶ ἀπολῦσαι. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς, εἶπεν αὐτοῖς· Πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἔγραψεν ὑμῖν τὴν ἐντολὴν ταύτην. Ἀπὸ δὲ ἀρχῆς κτίσεως ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς ὁ Θεός. Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὑτοῦ καὶ τὴν μητέρα. Καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ μία σάρξ. Ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω.» Συνεχῶς τὴν Ἰουδαίαν ἀφίει ὁ Κύριος διὰ τὴν βασκανίαν ἐκείνων, νῦν οὖν ἐπιχωριάζει, ἐπειδὴ τὸ πάθος ἐγγὺς ἔμελλεν εἶναι. Οὐ μὴν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἄνεισι τέως, ἀλλ’ εἰς τὰ τῆς Ἰουδαίας ὅρια, ἵνα τὸν ἄκακον ὄχλον ὠφελήσῃ. Τὰ γὰρ Ἱεροσόλυμα πάσης κακίας ἐργαστήριον ἦσαν, διὰ τὴν τῶν Φαρισαίων πονηρίαν.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι'. Περί εκείνων που ρώτησαν εάν επιτρέπεται να χωρίσει κανείς τη γυναίκα του. Περί του πλουσίου που ρώτησε τον Ιησού. Περί των υιών του Ζεβεδαίου. Περί του Βαρτιμαίου. «Και αφού αναχώρησε από εκεί, έρχεται στα όρια της Ιουδαίας περνώντας από την περιοχή πέραν του Ιορδάνου, και συμπορεύονται πάλι τα πλήθη προς αυτόν. Και όπως συνήθιζε, πάλι τους δίδασκε. Και αφού τον πλησίασαν οι Φαρισαίοι, τον ρώτησαν, Εάν επιτρέπεται σε άνδρα να χωρίσει τη γυναίκα του; θέλοντας να τον παγιδεύσουν. Εκείνος δε αποκρίθηκε και τους είπε: Τι σας έδωσε ως εντολή ο Μωυσής; Αυτοί δε του είπαν: Ο Μωυσής επέτρεψε να γραφτεί έγγραφο διαζυγίου (βιβλίον αποστασίου) και να τη χωρίσει. Και αποκριθείς ο Ιησούς, τους είπε: Εξαιτίας της σκληροκαρδίας σας έγραψε για εσάς αυτή την εντολή. Όμως, από την αρχή της δημιουργίας ο Θεός τους έπλασε άρρεν και θήλυ. Για τον λόγο αυτόν θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα του και τη μητέρα του. Και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα γίνουν οι δύο μία σάρκα· ώστε δεν είναι πλέον δύο, αλλά μία σάρκα. Εκείνο, λοιπόν, που ο Θεός συνέζευξε, ο άνθρωπος ας μην το χωρίζει.» Συνεχώς ο Κύριος εγκατέλειπε την Ιουδαία εξαιτίας του φθόνου (της βασκανίας) εκείνων, τώρα όμως μεταβαίνει εκεί, επειδή επρόκειτο να πλησιάζει το πάθος Του. Βέβαια, δεν ανεβαίνει ακόμη στα Ιεροσόλυμα, αλλά στα όρια της Ιουδαίας, για να ωφελήσει το άκακο πλήθος. Διότι τα Ιεροσόλυμα ήταν εργαστήριο κάθε κακίας, εξαιτίας της πονηρίας των Φαρισαίων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες