Καὶ ἀποκριθέντες λέγουσι τῷ Ἰησοῦ, Οὐκ οἴδαμεν. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθείς, λέγει αὐτοῖς· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.» Ἐκμανέντες διότι ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ τοὺς καπηλεύοντας, προσέρχονται ἐξαποροῦντες αὐτὸν δῆθεν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖ. Μονονουχὶ γὰρ τοιαῦτα αὐτῷ ἔλεγον· Τίς ὢν σὺ ποιεῖς; διδάσκαλος κατέστης; ἀρχιερεὺς ἐχειροτονήθης; Ταῦτα δὲ ἔλεγον, εἰς ἀπορίαν αὐτὸν συνωθῆσαι σπουδάζοντες, ἵνα κρατήσωσιν αὐτόν. Ἐὰν μὲν γὰρ εἴπῃ ὅτι Ἐν τῇ ἐμῇ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ, λιθάσουσιν αὐτὸν ὡς ἀντίθεον.
Μετάφραση
Και αποκρινόμενοι λέγουν στον Ιησού: «Δεν γνωρίζουμε». Και ο Ιησούς, αφού αποκρίθηκε, τους λέγει: «Ούτε εγώ σας λέγω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά». Εξοργισμένοι διότι έδιωξε από το ιερό αυτούς που εμπορεύονταν, τον προσεγγίζουν ρωτώντας τον δήθεν με ποια εξουσία τα κάνει αυτά. Διότι σχεδόν τα εξής του έλεγαν: Ποιος είσαι εσύ που τα κάνεις αυτά; Έγινες δάσκαλος; Χειροτονήθηκες αρχιερέας; Τα έλεγαν δε αυτά, προσπαθώντας να τον φέρουν σε αδιέξοδο, για να τον συλλάβουν. Διότι, εάν μεν πει ότι «Με τη δική μου εξουσία τα κάνω αυτά», θα τον λιθοβολήσουν ως αντίθεο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες