Οὐδεὶς ἀγαθὸς, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός· ἀποκρινόμενος δὲ τῷ ἐρωτῶντι, ποία ἐντολὴ ἐν τῷ νόμῳ μείζων, ὅτι, Ἄκουε Ἰσραὴλ, Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι· καὶ τοῖς μὲν ὄχλοις λέγων· Ἐγὼ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα οὐχ ἵνα ποιήσω τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός· τοὺς δὲ μαθητὰς διδάσκων, ὅτι, Ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι· καὶ, Ὁ ἐμὲ τιμῶν τιμᾷ τὸν πέμψαντά με. Καὶ εἰ τοιοῦτός ἐστιν ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν ἑαυτοῦ Πατέρα, ποία ἐναντιότης, ἵνα καὶ τοιαύτην τις ὑπόνοιαν λάβῃ περὶ τῶν τοιούτων ῥητῶν;
Μετάφραση
Κανείς δεν είναι αγαθός, παρά μόνον ένας, ο Θεός· απαντώντας δε σε εκείνον που ρωτούσε ποια εντολή είναι η μεγαλύτερη στον νόμο, [είπε] ότι: «Άκουε Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος»· και στα μεν πλήθη έλεγε: «Εγώ κατέβηκα από τον ουρανό όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα που με έστειλε»· τους δε μαθητές δίδασκε ότι: «Ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερός μου»· και: «Εκείνος που τιμά εμένα, τιμά εκείνον που με έστειλε». Και αν τέτοιος είναι ο Υιός ως προς τον δικό του Πατέρα, ποια αντίθεση υπάρχει, ώστε να σχηματίσει κανείς τέτοια υπόνοια για αυτού του είδους τα ρητά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες