Οἱ δέ, λαβόντες αὐτόν, ἔδειραν καὶ ἀπέστειλαν κενόν. Καὶ πάλιν ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς ἄλλον δοῦλον, κἀκεῖνον λιθοβολήσαντες ἐκεφαλαίωσαν, καὶ ἀπέστειλαν ἠτιμημένον. Καὶ πάλιν ἄλλον ἀπέστειλε, κἀκεῖνον ἀπέκτειναν, καὶ πολλοὺς ἄλλους, τοὺς μὲν δέροντες, τοὺς δὲ ἀποκτείνοντες. Ἔτι οὖν ἕνα υἱὸν ἔχων ἀγαπητὸν αὐτοῦ, ἀπέστειλε καὶ αὐτὸν πρὸς αὐτοὺς ἔσχατον, λέγων, ὅτι Ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ γεωργοὶ εἶπον πρὸς ἑαυτούς, ὅτι Οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος. Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν, καὶ ἡμῶν ἔσται ἡ κληρονομία. Καὶ λαβόντες αὐτόν, ἀπέκτειναν καὶ ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος. Τί οὖν ποιήσει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος;
Μετάφραση
Αυτοί όμως, αφού τον έπιασαν, τον έδειραν και τον έστειλαν πίσω με άδεια χέρια. Και πάλι έστειλε σε αυτούς άλλον δούλο, και εκείνον τον λιθοβόλησαν, τον τραυμάτισαν στο κεφάλι και τον έστειλαν πίσω ατιμασμένο. Και πάλι έστειλε άλλον, και εκείνον τον σκότωσαν, όπως και πολλούς άλλους, άλλους μεν δέρνοντας και άλλους σκοτώνοντας. Έχοντας λοιπόν ακόμη έναν αγαπητό γιο, τον έστειλε και αυτόν τελευταίο σε αυτούς, λέγοντας ότι θα σεβαστούν τον γιο μου. Εκείνοι όμως οι γεωργοί είπαν μεταξύ τους ότι αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε, και δική μας θα είναι η κληρονομιά. Και αφού τον έπιασαν, τον σκότωσαν και τον έριξαν έξω από τον αμπελώνα. Τι θα κάνει λοιπόν ο κύριος του αμπελώνα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες