Καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Γραμματεῖς, πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν. Ἔλεγον δέ, Μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, μήποτε θόρυβος ἔσται τοῦ λαοῦ. Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, κατακειμένου αὐτοῦ, ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς, πολυτελοῦς. Καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβαστρον, κατέχεεν αὐτοῦ κατὰ τῆς κεφαλῆς. Ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λέγοντες, Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; ἡδύνατο γὰρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων, καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς. Καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ.» Τῇ τετράδι τὸ συμβούλιον συνέστη.
Μετάφραση
Και αναζητούσαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς πώς να τον συλλάβουν με δόλο και να τον θανατώσουν. Έλεγαν δε: «Όχι κατά την εορτή, μήπως προκληθεί αναταραχή στον λαό». Και ενώ βρισκόταν στη Βηθανία, στην οικία του Σίμωνα του λεπρού, καθώς καθόταν στο τραπέζι, ήλθε μια γυναίκα που κρατούσε αλαβάστρινο δοχείο με πολύτιμο μύρο από γνήσιο νάρδο. Και αφού έσπασε το αλάβαστρο, το έχυσε πάνω στο κεφάλι του. Υπήρχαν δε κάποιοι που αγανακτούσαν μεταξύ τους και έλεγαν: «Για ποιον λόγο έγινε αυτή η σπατάλη του μύρου; Διότι αυτό μπορούσε να πωληθεί για περισσότερα από τριακόσια δηνάρια και να δοθούν στους πτωχούς». Και την επέπλητταν αυστηρά.» Την Τετάρτη συγκροτήθηκε το συμβούλιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες