Μήτι ἐγώ; καὶ ἄλλος, Μήτι ἐγώ; Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ ἐμβαπτόμενος μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ τρυβλίον. Ὁ μὲν Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, δι’ οὗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ, εἰ οὐκ ἐγενήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.» Πῶς ἀνέκειντο, τοῦ νόμου κελεύοντος ἱσταμένους τρώγειν τὸ Πάσχα; Εἰκὸς οὖν πρότερον τελέσαι τὸ νομικόν, εἶτα ἀναπεσεῖν τὸ οἰκεῖον Πάσχα μέλλοντα παραδοῦναι. Ἤρξαντο δὲ λυπεῖσθαι οἱ μαθηταὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὃν εἶπεν, ὅτι «Εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με.» Καίτοι γὰρ ἐκτὸς ὄντες τοῦ πάθους τούτου, ὅμως ἠγωνίων, πιστεύοντες τῷ τὰς καρδίας εἰδότι Θεῷ πλέον ἢ ἑαυτοῖς. Ὅρα δὲ καὶ τὴν λέξιν τοῦ Ὑπάγει. Ὡσανεὶ γὰρ ἀποδημία ἦν ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, οὐχὶ θάνατος. Τὸ δέ, Καλὸν ἦν, εἰ οὐκ ἐγεννήθη, ὡς πρὸς τὴν κόλασιν, ἣν ὑποστήσεται ὁ προδότης, εἴρηται. Κρεῖττον γὰρ μηδόλως γεννηθῆναι, ἢ ἐπὶ κολάσει γεννηθῆναι. Ὅσον οὖν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, κρεῖττον φαίνεται εἰ μηδόλως ὑπῆρξεν ὁ Ἰούδας. Ὁ μὲν γὰρ Θεὸς ἐποίησεν αὐτὸν ἐπ’ ἔργοις ἀγαθοῖς. Ἐπεὶ δὲ αὐτὸς εἰς κακίαν τηλικαύτην ἐξέπεσεν, ὡς ἔοικε, κρεῖττον ἦν, εἰ μὴ ἐγεννήθη ὅλως. «Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν, λαβὼν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον, εὐλογήσας, ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς, καὶ εἶπε·
Μετάφραση
«Μήπως εγώ;» Και άλλος: «Μήπως εγώ;» Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Ένας από τους δώδεκα, αυτός που βουτάει μαζί μου στο τρυβλίο. Ο μεν Υιός του ανθρώπου αναχωρεί καθώς είναι γραμμένο για αυτόν· αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο, μέσω του οποίου ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται· καλό θα ήταν για αυτόν, αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος». Πώς (είναι δυνατόν να) κάθονταν, εφόσον ο νόμος πρόσταζε να τρώνε το Πάσχα όρθιοι; Είναι πιθανό, λοιπόν, ότι πρώτα τέλεσε το νομικό Πάσχα, και έπειτα ανακλίθηκε στο τραπέζι, επειδή επρόκειτο να παραδώσει το δικό Του Πάσχα. Άρχισαν δε να λυπούνται οι μαθητές εξαιτίας του λόγου του Κυρίου, τον οποίο είπε, ότι «Ένας από εσάς θα με παραδώσει». Διότι, αν και ήταν απαλλαγμένοι από αυτό το πάθος (της προδοσίας), ωστόσο αγωνιούσαν, πιστεύοντας στον Θεό που γνωρίζει τις καρδιές περισσότερο από όσο πίστευαν στους εαυτούς τους. Πρόσεξε δε και τη λέξη «αναχωρεί». Διότι ο θάνατος του Χριστού ήταν σαν μια αποδημία, και όχι θάνατος. Το δε «Καλό θα ήταν, αν δεν είχε γεννηθεί», έχει ειπωθεί σε σχέση με την κόλαση την οποία θα υποστεί ο προδότης. Διότι είναι προτιμότερο να μην γεννηθεί κανείς καθόλου, παρά να γεννηθεί για να κολαστεί. Όσον αφορά λοιπόν το αποτέλεσμα, φαίνεται πως θα ήταν προτιμότερο να μην είχε υπάρξει καθόλου ο Ιούδας. Διότι ο μεν Θεός τον δημιούργησε για καλά έργα. Επειδή όμως ο ίδιος εξέπεσε σε τόσο μεγάλη κακία, όπως φαίνεται, θα ήταν προτιμότερο να μην είχε γεννηθεί καθόλου. «Και ενώ έτρωγαν, ο Ιησούς πήρε άρτο, τον ευλόγησε, τον έκοψε και τους έδωσε, και είπε:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες