Τοῦτο γάρ ἐστιν ἴδιον τῶν τὸ ἑτερούσιον καὶ τὸ ἀνόμοιον λεγόντων. Ἵνα γὰρ παθητὴν τὴν οὐσίαν τοῦ Μονογενοῦς εἴπωσιν, ἄψυχον λέγουσι, καὶ ἐκ τούτου κατασκευάζουσι τὸ ἀνόμοιον. Μακεδ. Ἀλλ᾽ ἡμεῖς ἀνόμοιον μὲν οὐ λέγομεν, ἄψυχον δὲ λέγομεν. Ὀρθ. Ὁμολογεῖς, ὅτι παρὰ τῷ θανάτῳ ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν, ὡς ἐν τῷ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίῳ γέγραπται, καὶ ἐν τῷ κατὰ Μάρκον, Ἤρξατο θαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν; Μακεδ. Ναί. Ὀρθ. Ἀδημονεῖ δὲ καὶ ἐκθαμβεῖται θεότης τὸν θάνατον, ἢ τὸ ἄψυχον σῶμα; Μακεδ. Δηλονότι ἡ θεότης σεσαρκωμένη.
Μετάφραση
Διότι αυτό αποτελεί ίδιον εκείνων που πρεσβεύουν το ετερούσιο και το ανόμοιο. Επειδή, προκειμένου να παρουσιάσουν την ουσία του Μονογενούς ως παθητή, υποστηρίζουν ότι είναι άψυχος, και με βάση αυτό κατασκευάζουν τη θεωρία περί ανομοίου. Μακεδ. Αλλά εμείς δεν λέμε ότι είναι ανόμοιος, λέμε όμως ότι είναι άψυχος. Ορθ. Ομολογείς ότι ενώπιον του θανάτου άρχισε να λυπάται και να αδημονεί, όπως είναι γεγραμμένο στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, και στο κατά Μάρκον, «Άρχισε να συνταράσσεται και να αδημονεί»; Μακεδ. Ναι. Ορθ. Αδημονεί όμως και συνταράσσεται μπροστά στον θάνατο η θεότητα, ή το άψυχο σώμα; Μακεδ. Προφανώς η σεσαρκωμένη θεότητα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες