Ἐπεὶ γὰρ παρεχώρησε παταχθῆναι, πατάξαι αὐτὸς λέγεται τὸν κατὰ παραχώρησιν αὐτοῦ παταχθέντα. Πρόβατα δὲ τοὺς ἀποστόλους, ὡς ἀκάκους ὠνόμασεν. «Καὶ ἔρχονται εἰς χωρίον οὗ τὸ ὄνομα Γηθσημανῆ, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Καθίσατε ὧδε ἕως προσεύξωμαι. Καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον, καὶ Ἰωάννην μεθ’ ἑαυτοῦ, καὶ ἤρξατο ἐκθαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν. Καὶ λέγει αὐτοῖς· Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου. Μείνατε ὧδε, καὶ γρηγορεῖτε. Καὶ προελθὼν μικρόν, ἔπεσεν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ προσηύχετο ἵνα, εἰ δυνατόν ἐστι, παρέλθῃ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ὥρα. Καὶ ἔλεγεν· Ἀββᾶ ὁ Πατήρ, πάντα δυνατά σοι, παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ τοῦτο, ἀλλ’ οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλὰ τί σύ.
Μετάφραση
Διότι, επειδή παραχώρησε να χτυπηθεί, λέγεται ότι χτύπησε ο ίδιος εκείνον που χτυπήθηκε κατόπιν δικής του παραχώρησης. Πρόβατα δε ονόμασε τους αποστόλους, επειδή είναι άκακοι. «Και έρχονται σε ένα μέρος του οποίου το όνομα είναι Γεθσημανή, και λέει στους μαθητές του: Καθίστε εδώ έως ότου προσευχηθώ. Και παραλαμβάνει μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και άρχισε να κυριεύεται από θάμβος και να αγωνιά. Και τους λέει: Περίλυπη είναι η ψυχή μου έως θανάτου. Μείνετε εδώ και γρηγορείτε. Και αφού προχώρησε λίγο, έπεσε στη γη και προσευχόταν ώστε, εάν είναι δυνατόν, να παρέλθει από αυτόν η ώρα. Και έλεγε: Αββά ο Πατήρ, τα πάντα είναι δυνατά σε εσένα, απομάκρυνε αυτό το ποτήριο από εμένα· αλλά όχι αυτό που θέλω εγώ, αλλά αυτό που θέλεις εσύ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες