Καὶ ἔρχεται, καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ· Σίμων, καθεύδεις; Οὐκ ἴσχυσας μίαν ὥραν γρηγορῆσαι; Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής. Καὶ πάλιν ἀπελθὼν προσηύξατο, τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών. Καὶ ὑποστρέψας, εὗρεν αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν βεβαρημένοι, καὶ οὐκ ᾔδεισαν τί αὐτῷ ἀποκριθῶσι. Καὶ ἔρχεται τὸ τρίτον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε, ἀπέχει. Ἦλθεν ἡ ὥρα, ἰδοὺ παραδίδοται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἐγείρεσθε, ἄγωμεν, ἰδοὺ ὁ παραδιδούς με ἤγγικεν.» Καταμόνας εἴωθεν ἀεὶ προσεύχεσθαι, τύπον καὶ ἡμῖν διδούς, ἵνα τὴν ἡσυχίαν ἐπιζητῶμεν ἐν ταῖς προσευχαῖς. Παραλαμβάνει δὲ τοὺς τρεῖς μόνους, τοὺς καὶ τῆς δόξης αὐτοῦ ἐν τῷ Θαβὼρ θεατὰς γενομένους, ἵνα οἱ ἰδόντες τὰ ἔνδοξα, ἴδωσι καὶ τὰ σκυθρωπά, καὶ μάθωσιν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀληθῶς ἄνθρωπος ἦν, καὶ λυπεῖται καὶ ἀδημονεῖ ἐπίσης ἡμῖν.
Μετάφραση
Και έρχεται και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει στον Πέτρο: Σίμων, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες να αγρυπνήσεις ούτε μία ώρα; Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό· το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η δε σάρκα ασθενής. Και αφού απομακρύνθηκε πάλι, προσευχήθηκε λέγοντας τα ίδια λόγια. Και επιστρέφοντας, τους βρήκε και πάλι να κοιμούνται· διότι τα μάτια τους ήταν βεβαρημένα, και δεν γνώριζαν τι να του απαντήσουν. Και έρχεται για τρίτη φορά, και τους λέει: Κοιμηθείτε πλέον και αναπαυθείτε, αρκεί. Ήλθε η ώρα, ιδού παραδίδεται ο Υιός του ανθρώπου στα χέρια των αμαρτωλών. Σηκωθείτε, ας πάμε, ιδού έχει πλησιάσει αυτός που με παραδίδει.» Συνήθιζε να προσεύχεται πάντοτε κατά μόνας, δίνοντας το παράδειγμα και σε εμάς, ώστε να επιζητούμε την ησυχία κατά τις προσευχές. Παίρνει δε μαζί του μόνο τους τρεις, οι οποίοι είχαν γίνει θεατές και της δόξας του στο όρος Θαβώρ, προκειμένου εκείνοι που είδαν τα ένδοξα, να δουν και τα σκυθρωπά, και να μάθουν ότι και ο ίδιος ήταν αληθώς άνθρωπος, και λυπείται και αγωνιά όπως και εμείς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες