Τοῦτο δὲ εἶπε, ἐπιγελῶν τῷ ὕπνῳ αὐτῶν. Ὅτι δὲ εἰρωνευόμενος τοῦτο εἶπεν, ἄκουε πῶς παρακατιὼν λέγει· Ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· οὐχ ἵνα δὲ φύγωσι τοῦτο λέγει, ἀλλ’ ἵνα μᾶλλον συναντήσωσι τοῖς ἐχθροῖς. Τινὲς δὲ τό, Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου, οὕτως ἐνόησαν, ὅτι Λυποῦμαι, οὐ διότι μέλλω ἀποθανεῖν, ἀλλὰ διότι οἱ Ἰσραηλῖται, οἱ οἰκεῖοί μου, αὐτοὶ σταυρῶσαί με μέλλουσι, καὶ διὰ τοῦτο ἀποῤῥιφῆναι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. «Καὶ εὐθέως, ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος, παραγίνεται Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων, παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν Γραμματέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων. Ἐδεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς, λέγων·
Μετάφραση
Αυτό δε το είπε, περιγελώντας τον ύπνο τους. Ότι δε το είπε αυτό ειρωνευόμενος, άκου πώς λέει παρακάτω: Σηκωθείτε, ας πάμε· και δεν το λέει αυτό για να φύγουν, αλλά μάλλον για να συναντήσουν τους εχθρούς. Μερικοί δε τη φράση «Περίλυπη είναι η ψυχή μου έως θανάτου», έτσι την κατανόησαν, ότι, δηλαδή, λυπάμαι όχι επειδή πρόκειται να πεθάνω, αλλά επειδή οι Ισραηλίτες, οι δικοί μου άνθρωποι, αυτοί πρόκειται να με σταυρώσουν, και εξαιτίας αυτού θα αποβληθούν από τη βασιλεία του Θεού. «Και αμέσως, ενώ αυτός ακόμη μιλούσε, φτάνει ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του πολύς όχλος με μαχαίρια και ξύλα, σταλμένοι από τους αρχιερείς, τους Γραμματείς και τους πρεσβυτέρους. Εκείνος δε που τον παρέδιδε τους είχε δώσει ένα συνθηματικό σημάδι, λέγοντας:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες