Ὅτι τοῦ πρώτου χοροῦ ὤν, κατὰ τοῦ Δεσπότου ἐλύττησεν. Ἴδε δὲ καὶ τὴν ἀναισθησίαν αὐτοῦ, πῶς ἐνόμισε λαθεῖν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ φιλήματος, ὡς δῆθεν φίλος νομισθησόμενος. Καὶ εἰ φίλος ἐτύγχανε, τίνος ἕνεκα μετὰ τῶν ἐχθρῶν ἦλθεν; Ὄντως ἀνόητον ἡ πονηρία. Εἷς δέ τις τῶν παρεστηκότων, ὁ Πέτρος οὗτος ἦν, ἀποσιωπᾷ δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ὁ Μάρκος, ἵνα μὴ δόξῃ ἐπαινεῖν τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ Πέτρον, ὡς ζηλώσαντα ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ. Καλῶς δὲ τὸ ὠτίον τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέως ἀφεῖλεν. Αἰνίττεται γὰρ ὅτι παρήκοοι ἦσαν καὶ ἀπειθεῖς, τῶν Γραφῶν καταμελοῦντες. Εἰ γὰρ εἶχον ὦτα, τῶν Γραφῶν κατακούοντα, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν. Οὐκ ἄλλον δὲ δοῦλον ἔπαισεν ὁ Πέτρος, ἀλλὰ τοῦ ἀρχιερέως. Οἱ γὰρ ἀρχιερεῖς πρῶτοι τῶν Γραφῶν παρήκουον, δοῦλοι φθόνου καὶ φιλαυτίας γενόμενοι. Εἶπε δὲ τοῖς ὄχλοις· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε· καθ’ ἡμέραν ἐδίδασκον ἐν τῷ ἱερῷ. Τοῦτο δὲ τὴν θεότητα αὐτοῦ δείκνυσιν. Ὅτε γὰρ ἐν τῷ ἱερῷ ἐδίδασκεν, οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν συσχεῖν, καίτοι ἐν χερσὶν αὐτῶν ὄντα, ὅτι μήπω ὁ καιρὸς ἦν τοῦ πάθους. Ὅτε δὲ ἠθέλησε, τότε ἑαυτὸν παρέδωκεν, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ Γραφαὶ τῶν προφητῶν, ὅτι Ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη, οὐκ ἐρίζων, οὐδὲ κραυγάζων, ἀλλ’ ἑπόμενος ἑκών. «Καὶ ἀφέντες αὐτὸν πάντες, ἔφυγον. Καὶ εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθει αὐτῷ, περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ.
Μετάφραση
Διότι, αν και ανήκε στον πρώτο χορό, μάνησε εναντίον του Δεσπότου. Δες όμως και την αναισθησία του, πώς νόμισε ότι θα ξεγελάσει τον Κύριο με το φίλημα, για να θεωρηθεί δήθεν φίλος. Και αν πράγματι ήταν φίλος, για ποιο λόγο ήρθε μαζί με τους εχθρούς; Όντως η πονηριά είναι ανόητη. Κάποιος δε από τους παρισταμένους, και αυτός ήταν ο Πέτρος, αλλά ο Μάρκος αποσιωπά το όνομά του, για να μη φανεί ότι επαινεί τον δάσκαλό του τον Πέτρο ως ζηλωτή υπέρ του Χριστού. Ορθώς δε απέκοψε το αυτί του δούλου του αρχιερέα. Διότι υπονοεί ότι ήσαν παραβάτες και απειθείς, αμελώντας τις Γραφές. Διότι, αν είχαν αυτιά που να υπακούν στις Γραφές, δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξης. Και ο Πέτρος δεν χτύπησε άλλον δούλο, αλλά του αρχιερέα. Διότι οι αρχιερείς πρώτοι παρήκουαν τις Γραφές, έχοντας γίνει δούλοι του φθόνου και της φιλαυτίας. Είπε δε στα πλήθη: Σαν εναντίον ληστή βγήκατε; Κάθε μέρα δίδασκα στο ιερό. Αυτό δε αποδεικνύει τη θεότητά του. Διότι, όταν δίδασκε στο ιερό, δεν μπόρεσαν να τον συλλάβουν, καίτοι βρισκόταν στα χέρια τους, επειδή δεν είχε έλθει ακόμη ο καιρός του πάθους. Όταν όμως ο ίδιος το θέλησε, τότε παρέδωσε τον εαυτό του, για να εκπληρωθούν οι Γραφές των προφητών, ότι ως πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή, χωρίς να φιλονικεί ούτε να κραυγάζει, αλλά ακολουθώντας εκουσίως. «Και αφού τον εγκατέλειψαν όλοι, έφυγαν. Και κάποιος νεανίσκος τον ακολουθούσε, τυλιγμένος με ένα σεντόνι πάνω στο γυμνό του σώμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες