Ὁ γὰρ Κύριος οὐκ εἶπε, Καταλύσω ἐγὼ τὸν ναόν, ἀλλά, Λύσατε. Καὶ οὐδέ, χειροποίητον, εἶπεν, ἀλλ’ ἁπλῶς, ναόν. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἀναστὰς ἐρωτᾷ τὸν Ἰησοῦν, βουλόμενος εἰς ἀπολογίαν αὐτὸν ἑλκύσαι, ἵνα ἐκ τῆς ἀπολογίας δράξηται αὐτοῦ. Ὁ δὲ σιωπᾷ, γινώσκων ὅτι οὐ προσέξουσι τοῖς αὐτοῦ λόγοις· ὃ καὶ ὁ Λουκᾶς λέγει, ὅτι ἐρωτώμενος ὁ Κύριος, εἶπεν· Ἐὰν εἴπω ὑμῖν, οὐ μὴ πιστεύσητε· ἐὰν δὲ ἐρωτήσω, οὐ μὴ ἀποκριθῆτε. «Πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτόν, καὶ λέγει αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ; Ὁ δὲ Ἰησοῦ εἶπεν· Ἐγώ εἰμι, καὶ ὄψεσθε τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως, καὶ ἐρχόμενον μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ δὲ ἀρχιερεύς, διαῤῥήξας τοὺς χιτῶνας αὐτοῦ, λέγει· Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Ἠκούσατε τῆς βλασφημίας, τί ὑμῖν φαίνεται; Οἱ δὲ πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου· καὶ ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ, καὶ περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ κολαφίζειν αὐτόν, καὶ λέγειν αὐτῷ, Προφήτευσον· καὶ οἱ ὑπηρέται ῥαπίσμασιν αὐτὸν ἔβαλλον.» Ἐρωτᾷ πάλιν ὁ ἀρχιερεύς, οὐχ ἵνα μαθὼν πιστεύσῃ, ἀλλ’ ἵνα δράξηταί τινος ἀφορμῆς· προστίθησι δὲ τῷ, Σὺ εἶ ὁ Χριστός, τό, ὁ Υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ. Πολλοὶ γὰρ ἦσαν χριστοί, οἱ βασιλεῖς λέγω καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, ἀλλ’ οὐδεὶς τούτων Υἱὸς ἦν τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀεὶ εὐλογημένου καὶ ὑμνουμένου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν, ὅτι Ἐγώ εἰμι.
Μετάφραση
Διότι ο Κύριος δεν είπε, Εγώ θα καταλύσω τον ναό, αλλά, Λύστε τον. Και ούτε χειροποίητο είπε, αλλά απλώς, ναό. Ο δε αρχιερέας σηκώθηκε και ρωτούσε τον Ιησού, θέλοντας να τον παρασύρει σε απολογία, για να πιαστεί από την απολογία του. Εκείνος όμως σιωπά, γνωρίζοντας ότι δεν θα δώσουν σημασία στα λόγια του. αυτό που και ο Λουκάς λέει, ότι όταν ρωτήθηκε ο Κύριος, είπε: Εάν σας πω, δεν πρόκειται να πιστέψετε. και εάν ρωτήσω, δεν πρόκειται να απαντήσετε. «Πάλι ο αρχιερέας τον ρωτούσε, και του λέει: Εσύ είσαι ο Χριστός ο Υιός του ευλογητού; Ο δε Ιησούς είπε: Εγώ είμαι, και θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται εκ δεξιών της δυνάμεως, και να έρχεται με τα σύννεφα του ουρανού. Ο δε αρχιερέας, αφού έσκισε τους χιτώνες του, λέει: Τι ανάγκη έχουμε πλέον από μάρτυρες; Ακούσατε τη βλασφημία, πώς σας φαίνεται; Και όλοι τον καταδίκασαν ότι είναι ένοχος θανάτου. και άρχισαν μερικοί να τον φτύνουν, και να περικαλύπτουν το πρόσωπό του, και να τον χτυπούν με γροθιές, και να του λένε, Προφήτευσε. και οι υπηρέτες τον χτυπούσαν με ραπίσματα.» Ρωτάει πάλι ο αρχιερέας, όχι για να μάθει και να πιστέψει, αλλά για να πιαστεί από κάποια αφορμή. προσθέτει δε στο, Εσύ είσαι ο Χριστός, το, ο Υιός του ευλογητού. Διότι πολλοί ήταν χριστοί, οι βασιλείς εννοώ και οι αρχιερείς, αλλά κανείς από αυτούς δεν ήταν Υιός του Θεού, του πάντοτε ευλογημένου και υμνουμένου. Ο δε Ιησούς είπε, ότι Εγώ είμαι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες