Πάλιν δὲ ἐρωτηθείς, ὡς οὐδὲν ἀπεκρίθη, εἰς θαῦμα περιέστησε τὸν Πιλάτον· ἐθαύμαζε γὰρ ὅτι νομομαθὴς καὶ λόγιος ὤν, καὶ δυνάμενος δι’ ἀπολογίας ἀποτρίψασθαι τὰς συκοφαντίας, οὐδὲν ἔλεγεν, ἀλλ’ ὑπέμενε μᾶλλον γενναίως τὰς κατηγορίας. Ὅρα δὲ τήν τε τῶν Ἰουδαίων μιαιφονίαν, καὶ τὴν τοῦ Πιλάτου μετριότητα, εἰ καὶ αὐτὸς κατακρίσεως ἄξιός ἐστι, διὰ τὸ μὴ προθύμως ὑπὲρ τοῦ καλοῦ ἐνστῆναι· οἱ μὲν γὰρ ἐκραύγαζον ἵνα σταυρωθῇ· ὁ δέ, μαλακῶς μέν, ὅμως πειρᾶται ἐξαρπάσαι τῆς κατακρίσεως τὸν Ἰησοῦν· διὰ τοῦτο γὰρ πάλιν ἐρωτᾷ· Τί οὖν ποιήσω Ἰησοῦν; ἀφορμὰς αὐτοῖς πάντοθεν ἐνδιδοὺς τοῦ ἀθῶον ἀπολῦσαι τὸν Κύριον. καὶ διὰ τοῦτο μέλλων καὶ ἀναβαλλόμενος. Τέλος μέντοι ὑποκατακλιθεὶς τῷ θελήματι ἐκείνων, ἐφραγγέλλωσέ τε τὸν Κύριον, τουτέστιν, ἐμάστιξε πλεκτοῖς λώροις, ἵνα δόξωσιν ὅτι ἀπὸ δικαστηρίου αὐτὸν κατακεκριμένον παρέλαβον· καὶ παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς, ἵνα σταυρωθῇ. Ἠβούλετο γὰρ τὸ ἱκανὸν τῷ ὄχλῳ ποιῆσαι, τουτέστι, τὸ ἀρεστόν, τὸ ἐνδεχόμενον. οὐχὶ τὸ ἀρεστὸν τῷ δικαίῳ καὶ τῷ Θεῷ. «Οἱ δὲ στρατιῶται ἀπήγαγον αὐτὸν ἔσω τῆς αὐλῆς, ὅ ἐστι πραιτώριον, καὶ συγκαλοῦσιν ὅλην τὴν σπεῖραν, καὶ ἐνδύουσιν αὐτὸν πορφύραν, καὶ περιτιθέασιν αὐτῷ πλέξαντες ἀκάνθινον στέφανον· καὶ ἤρξαντο ἀσπάζεσθαι αὐτόν· Χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίων.
Μετάφραση
Όταν ρωτήθηκε πάλι, επειδή δεν απάντησε τίποτα, έκανε τον Πιλάτο να απορήσει· διότι απορούσε πώς, ενώ ήταν νομομαθής και λόγιος, και μπορούσε με την απολογία του να αποκρούσει τις συκοφαντίες, δεν έλεγε τίποτα, αλλά αντίθετα υπέμενε γενναία τις κατηγορίες. Πρόσεξε δε τη μιαιφονία των Ιουδαίων και τη μετριοπάθεια του Πιλάτου, αν και ο ίδιος είναι άξιος καταδίκης, επειδή δεν αντιστάθηκε πρόθυμα υπέρ του καλού· διότι οι μεν κραύγαζαν να σταυρωθεί, ο δε, έστω και δειλά, προσπαθεί ωστόσο να αρπάξει τον Ιησού από την καταδίκη. Γι' αυτό άλλωστε ρωτάει πάλι: «Τι να κάνω λοιπόν τον Ιησού;», δίνοντάς τους από παντού αφορμές για να απολύσουν αθώο τον Κύριο, και για τον λόγο αυτό χρονοτριβούσε και ανέβαλλε. Στο τέλος, όμως, υποκύπτοντας στο θέλημά τους, φραγγέλωσε τον Κύριο, δηλαδή τον μαστίγωσε με πλεκτά λουριά, ώστε να θεωρήσουν ότι τον παρέλαβαν καταδικασμένο από το δικαστήριο, και τον παρέδωσε σε αυτούς για να σταυρωθεί. Διότι ήθελε να ικανοποιήσει τον όχλο, δηλαδή να κάνει το αρεστό σε αυτούς, το ενδεδειγμένο, όχι όμως το αρεστό στο δίκαιο και στον Θεό. «Οι δε στρατιώτες τον οδήγησαν μέσα στην αυλή, δηλαδή στο πραιτώριο, και συγκαλούν όλη τη σπείρα, και τον ντύνουν με πορφύρα, και του φορούν αγκάθινο στεφάνι που είχαν πλέξει, και άρχισαν να τον χαιρετούν: Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες