Οὐκοῦν ὥσπερ, προκοπτούσης τῆς σαρκὸς, λέγεται αὐτὸς προκόπτειν διὰ τὴν πρὸς τὸ σῶμα ἰδιότητα· οὕτω καὶ τὰ περὶ τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου λεγόμενα, τὸ ταραχθῆναι, τὸ κλαῦσαι, χρὴ λαμβάνειν τῇ αὐτῇ διανοίᾳ. Ἄνω γὰρ καὶ κάτω περιιόντες, καὶ ὥσπερ ἐκ τούτων τὴν αἵρεσιν πάλιν συνιστῶντες, φάσκουσιν· Ἰδοὺ ἔκλαυσε καὶ εἶπε· Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται· καὶ παρεκάλεσε παρελθεῖν τὸ ποτήριον· πῶς οὖν, εἰ ταῦτα εἴρηκε, Θεός ἐστι καὶ Λόγος τοῦ Πατρός; Ναὶ γέγραπται, ὅτι ἔκλαυσεν, ὦ Θεομάχοι, καὶ ὅτι εἶπεν, Ἐταράχθην, καὶ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ εἶπεν, Ἐλωῒ, Ἐλωῒ λιμασαβαχθανὶ, ὅ ἐστι, Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες;
Μετάφραση
Επομένως, όπως ακριβώς λέγεται ότι προόδευε ο ίδιος καθώς προόδευε η σάρκα, εξαιτίας της ιδιοποίησης του σώματος, έτσι πρέπει να εκλαμβάνουμε με την ίδια έννοια και τα όσα λέγονται κατά τον καιρό του θανάτου, δηλαδή το ότι ταράχθηκε και το ότι έκλαψε. Διότι, περιφερόμενοι εδώ και εκεί, και προσπαθώντας με αυτά να στηρίξουν πάλι την αίρεσή τους, ισχυρίζονται: «Ιδού, έκλαψε και είπε: "Τώρα η ψυχή μου έχει ταραχθεί"· και παρακάλεσε να παρέλθει το ποτήριο. Πώς, λοιπόν, εάν τα έχει πει αυτά, είναι Θεός και Λόγος του Πατρός;». Ναι, έχει γραφτεί ότι έκλαψε, ω θεομάχοι, και ότι είπε: «Ταράχθηκα», και πάνω στον σταυρό είπε: «Ελωΐ, Ελωΐ, λιμά σαβαχθανί», που σημαίνει, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες