Ἐλωΐ, ἐλωΐ, λαμμᾶ σαβαχθανί, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, Ὁ Θεός μου, ὁ Θεός μου, εἰς τί με ἐγκατέλιπες; Καί τινες τῶν παρεστηκότων ἀκούσαντες, ἔλεγον· Ἰδοὺ Ἠλίαν φωνεῖ· δραμὼν δὲ εἷς, καὶ γεμίσας σπόγγον ὄξους, περιθείς τε καλάμῳ, ἐπότιζεν αὐτόν, λέγων· Ἄφετε, ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας καθελεῖν αὐτόν. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφεὶς φωνὴν μεγάλην, ἐξέπνευσεν.» Σκότος ἐγένετο, οὐκ ἐφ’ ἕνα τόπον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν· καὶ εἰ μὲν ἦν καιρὸς ἐκλείψεως, εἶχεν ἄν τις λέγειν, ὅτι φυσικὸν τὸ πάθος· νῦν δέ, τεσσαρεσκαιδεκαταία ἦν ἡ σελήνη, ὅτε ἀμήχανον γενέσθαι ἔκλειψιν φυσικήν. Ἀναβοᾷ δὲ ὁ Κύριος Ἑβραϊστὶ τὸ προφητικόν, δεικνύων, ὅτι καὶ ἄχρι τελευταίας ἀναπνοῆς τὰ Ἑβραϊκὰ τιμᾷ. Τὸ δέ, Εἰς τί με ἐγκατέλιπες; ὡς ἐκ προσώπου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως λέγει, ὡσανεὶ τοῦτο λέγων·
Μετάφραση
«Ελωΐ, Ελωΐ, λαμμά σαβαχθανί», που μεταφράζεται: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Και μερικοί από αυτούς που στέκονταν εκεί, όταν το άκουσαν, έλεγαν: «Ιδού, φωνάζει τον Ηλία». Έτρεξε τότε κάποιος και, αφού γέμισε ένα σφουγγάρι με ξύδι και το έβαλε σε ένα καλάμι, του έδινε να πιει, λέγοντας: «Αφήστε, ας δούμε αν θα έρθει ο Ηλίας για να τον κατεβάσει». Ο δε Ιησούς, αφού έβγαλε μια δυνατή φωνή, εξέπνευσε.» Έγινε σκοτάδι, όχι σε έναν τόπο, αλλά σε όλη τη γη· και αν μεν ήταν καιρός έκλειψης, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το φαινόμενο ήταν φυσικό. Τώρα όμως, η σελήνη βρισκόταν στη δέκατη τέταρτη ημέρα της, οπότε ήταν αδύνατο να συμβεί φυσική έκλειψη. Αναφωνεί δε ο Κύριος στα Εβραϊκά το προφητικό λόγιο, δείχνοντας ότι μέχρι και την τελευταία αναπνοή του τιμά τα εβραϊκά. Όσο για το, «Γιατί με εγκατέλειψες;», το λέγει εκ προσώπου της ανθρώπινης φύσης, σαν να λέγει το εξής:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες