Ὁ δὲ Πιλάτος, φησὶν, ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκεν. Ἐθαύμασε πῶς ἡ ζωὴ τέθνηκε, πῶς ὁ τῆς πνοῆς τῶν ἀνθρώπων ταμίας τὴν πνοὴν παραδέδωκεν. Ναὶ, τέθνηκεν, ὦ Πιλάτε, ἀλλ᾽ ἑκουσίως. Ἐξουσίαν γὰρ ἔχει θεῖναι τὴν ψυχὴν ἑαυτοῦ, καὶ ἐξουσίαν ἔχει πάλιν λαβεῖν αὐτήν. Ναὶ, τέθνηκεν, ἵνα σκυλεύσῃ τὸν θάνατον, ἵνα ζωώσῃ πέδαις σφόδρα κατεχόμενον, ἵνα πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν γενόμενος, τοῖς νεκροῖς πηγάσῃ ἀνάστασιν, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς.
Μετάφραση
Ο δε Πιλάτος, λέγει, θαύμασε εάν είχε κιόλας πεθάνει. Θαύμασε πώς η ζωή πέθανε, πώς ο διαχειριστής της πνοής των ανθρώπων παρέδωσε την πνοή του. Ναι, πέθανε, ω Πιλάτε, αλλά εκουσίως. Διότι έχει εξουσία να παραδώσει την ψυχή του, και έχει εξουσία να την πάρει πάλι. Ναι, πέθανε, για να σκυλεύσει τον θάνατο, για να ζωοποιήσει εκείνον που κρατούνταν σφιχτά με δεσμά, ώστε, γινόμενος πρωτότοκος εκ των νεκρών, να αναβλύσει ανάσταση στους νεκρούς, για να καταποθεί το θνητό από τη ζωή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες