Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτόν, ἐνείλησε τῇ σινδόνι, καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας· καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ Ἰωσῆ, ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.» Ὁ μακάριος Ἰωσήφ, ἔτι τῷ νόμῳ δουλεύων, καὶ τὸν Χριστὸν Θεὸν ἐπέγνω, διὸ καὶ τολμᾷ τόλμαν ἐπαινετήν· οὐχ ὑπελογίσατο γάρ, ὅτι Πλούσιός εἰμι, καὶ ἐκπεσοῦμαι τοῦ πλούτου, ἐὰν αἰτήσωμαι τὸ σῶμα τοῦ ἐπὶ τυραννίδι κατακριθέντος, καὶ διαβληθήσομαι τοῖς Ἰουδαίοις· οὐδὲν τούτων εἶπε καθ’ ἑαυτόν· ἀλλὰ πάντα δεύτερα ἡγησάμενος, ᾐτήσατο ἵνα θάψῃ τὸ τοῦ κατακεκριμένου σῶμα. Ὁ δὲ Πιλάτος ἐθαύμασεν, εἰ ἤδη τέθνηκεν· ἐνόμιζε γὰρ αὐτὸν ἐπὶ πολὺ ἀνθέξειν, ὥσπερ καὶ τοὺς λῃστάς. Ἐπηρώτησε δὲ καὶ τὸν κεντυρίωνα εἰ πάλαι ἀπέθανε, τουτέστιν, εἰ πρὸ ὥρας ἀπέθανεν.
Μετάφραση
«Και αφού αγόρασε σεντόνι και τον κατέβασε, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον εναπέθεσε σε μνήμα, το οποίο ήταν λαξευμένο σε βράχο· και προσκύλησε έναν λίθο στη θύρα του μνημείου. Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία του Ιωσή, έβλεπαν πού τοποθετείται.» Ο μακάριος Ιωσήφ, αν και ήταν ακόμη υπόδουλος στον νόμο, αναγνώρισε τον Χριστό ως Θεό, γι' αυτό και επιδεικνύει μια αξιέπαινη τόλμη· διότι δεν αναλογίστηκε: «Είμαι πλούσιος και θα εκπέσω από τον πλούτο μου, εάν ζητήσω το σώμα εκείνου που καταδικάστηκε για σφετερισμό της εξουσίας, και θα διαβληθώ στους Ιουδαίους»· τίποτε από αυτά δεν σκέφτηκε, αλλά, θεωρώντας τα όλα δευτερεύοντα, ζήτησε να θάψει το σώμα του καταδικασμένου. Ο δε Πιλάτος απόρησε αν είχε ήδη πεθάνει· διότι νόμιζε ότι θα άντεχε για πολύ, όπως και οι ληστές. Και ρώτησε τον εκατόνταρχο αν πέθανε προ πολλού, δηλαδή αν πέθανε πριν από ώρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες