Τοῖς Γραμματεῦσιν ἐδόκει ὡς ἀδυνατῶν ὁ Κύριος ἰάσασθαι τὸν παράλυτον, πρὸς τὸ ἀφανὲς κατέφυγε, τὴν τῶν ἁμαρτημάτων ἄφεσιν, ἣν λόγῳ μόνῳ εἰπεῖν, καὶ ταῦτα δεσποτικῶς οὕτω καὶ προστακτικῶς, βλάσφημον μέν, ἀλλ’ εὔκολον καὶ τοῦ βουλομένου παντός. Διὸ καὶ πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος εἰ λόγους, φησίν, ἐβουλόμην λέγειν καινούς, μὴ τὴν ἀπὸ τῶν πραγμάτων ἔκβασιν ἔχοντας, ἐπίσης εὔκολον ἦν ἑκάτερον ἔργου φάναι χωρὶς καὶ τὴν ἔγερσιν τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τὴν ἄφεσιν τῶν ἡμαρτημένων αὐτῷ. Ἵνα δὲ γνῶτε ὡς οὐκ ἄπρακτός ἐστιν ὁ ἐμὸς λόγος, οὐδ’ ὡς ἀδυνατῶν τῆς νόσου τὴν ἴασιν παρασχεῖν εἰς τὴν ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατέφυγον, ἀλλ’ ἐξουσίαν ἔχω θεϊκὴν ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς Υἱὸς ὁμοούσιος τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατρί, εἰ καὶ ὁμοούσιος ὑμῖν τοῖς ἀχαρίστοις κατὰ σάρκα γέγονα, τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· «σοὶ λέγω, ἔγειραι καὶ ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου· καὶ ἠγέρθη εὐθέως καὶ ἄρας τὸν κράββατον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων».
Μετάφραση
Στους Γραμματείς φάνηκε ότι ο Κύριος, επειδή αδυνατούσε να θεραπεύσει τον παράλυτο, κατέφυγε στο αόρατο, δηλαδή στη συγχώρηση των αμαρτιών, πράγμα το οποίο να πει κανείς μόνο με λόγια, και μάλιστα τόσο δεσποτικά και προστακτικά, ήταν μεν βλάσφημο, αλλά εύκολο για τον καθένα που το επιθυμούσε. Γι' αυτό και ο Κύριος απευθυνόμενος σε αυτούς λέει: Αν ήθελα να πω λόγια καινοφανή, που να μην έχουν πρακτικό αντίκρισμα, εξίσου εύκολο θα ήταν να ξεστομίσω χωρίς έργα το καθένα από τα δύο: και την έγερση του παραλυτικού, και τη συγχώρηση των αμαρτιών του. Για να μάθετε όμως ότι ο λόγος μου δεν είναι άπρακτος, ούτε ότι κατέφυγα στη συγχώρηση της αμαρτίας επειδή αδυνατούσα να προσφέρω τη θεραπεία της νόσου, αλλά ότι έχω θεϊκή εξουσία πάνω στη γη, ως Υιός ομοούσιος με τον Πατέρα στους ουρανούς, αν και έγινα κατά σάρκα ομοούσιος με εσάς τους αχάριστους, τότε λέει στον παραλυτικό: «Σε σένα λέω, σήκω και πάρε το κρεβάτι σου, και πήγαινε στο σπίτι σου». Και σηκώθηκε αμέσως και, αφού πήρε το κρεβάτι του, βγήκε έξω μπροστά σε όλους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες