ΚΕΦΑΛ. Γʹ. Περὶ τοῦ ξηρὰν ἔχοντος χεῖρα. Περὶ τῆς τῶν ἀποστόλων ἐκλογῆς. Περὶ μητρὸς καὶ ἀδελ- «Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὴν συναγωγήν, καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος ἐξηραμμένην ἔχων τὴν χεῖρα, καὶ παρετήρουν αὐτόν, εἰ τοῖς Σάββασι θεραπεύσει αὐτόν, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. Καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ἐξηραμμένην ἔχοντι τὴν χεῖρα· Ἔγειραι εἰς τὸ μέσον. Καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἔξεστι τοῖς Σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι, ἢ κακοποιῆσαι; ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι; Οἱ δὲ ἐσιώπων. Καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ’ ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν, λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. Καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοὺ ὑγιής, ὡς ἡ ἄλλη.» Τῶν μαθητῶν κατηγορηθέντων ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, διότι τῷ Σαββάτῳ τοὺς στάχυας ἔτιλλον, ὁ Κύριος ἐπεστόμισε μὲν τοὺς κατηγόρους, καὶ διὰ τοῦ κατὰ τὸν Δαβὶδ ὑποδείγματος.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'. Περί του ανθρώπου με το ξηρό χέρι. Περί της εκλογής των αποστόλων. Περί μητέρας και αδελ- «Και εισήλθε πάλι στη συναγωγή, και ήταν εκεί ένας άνθρωπος που είχε ξηρό το χέρι του, και τον παρακολουθούσαν στενά, για να δουν αν θα τον θεραπεύσει κατά την ημέρα του Σαββάτου, ώστε να τον κατηγορήσουν. Και λέει στον άνθρωπο που είχε το ξηρό χέρι: Σήκω στο μέσο. Και τους λέει: Επιτρέπεται το Σάββατο να κάνει κανείς αγαθοεργία ή να κάνει κακό; Να σώσει μια ψυχή ή να σκοτώσει; Αυτοί όμως σιωπούσαν. Και αφού τους κοίταξε ολόγυρα με οργή, λυπούμενος συγχρόνως για την πώρωση της καρδιάς τους, λέει στον άνθρωπο: Άπλωσε το χέρι σου. Και το άπλωσε, και αποκαταστάθηκε το χέρι του υγιές, όπως και το άλλο.» Επειδή οι μαθητές κατηγορήθηκαν από τους Ιουδαίους διότι το Σάββατο έκοβαν τα στάχυα, ο Κύριος αποστόμωσε τους κατηγόρους και μέσω του παραδείγματος του Δαβίδ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες