Ἠρώτησέ τις νῦν αὐτοὺς οὐ τὸ ἀντιλεγόμενον, ἀλλὰ τὸ ὁμολογούμενον· Ἔξεστιν ἀγαθοποιῆσαι; Ἀλλ᾽ οὐδὲ λέγουσι, Ναί· οὐ γὰρ ἦσαν ἀγαθῆς προαιρέσεως. «Ὁ γὰρ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ προφέρει τὸ ἀγαθόν.» Πονηροὶ δὲ ὄντες Ἰουδαῖοι, περὶ ἀγαθῶν οὐ συντίθενται, καὶ οὔτε ἀγαθοποιῆσαι ὡμολόγουν, οὔτε κακοποιῆσαι εἰπεῖν ἠδύναντο· ἀναίσχυντον γὰρ ἦν τὸ ῥῆμα· ἀλλὰ σιωπῶσιν. Ὅτε δὲ διὰ φλυαρίαν, πολλὰ φλυαροῦσιν· ὅτε διὰ κατηγορίαν, μεγάλα κραυγάζουσιν· «Αἶρε, αἶρε, σταύρωσον.» Οὗτος ὁ ἄνθρωπος τάδε καὶ τάδε ἐποίησεν. Ὅτι δεῖ ἀγαθοποιῆσαι, ἢ κακοποιῆσαι, ψυχὴν σῶσαι, ἢ ἀπολέσαι, οἱ μὲν σιωπῶσιν· ὁ δὲ, συλλυπούμενος τῇ καρδίᾳ ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν, εἶπε τῷ ἀνθρώπῳ· Οἱ βλέποντες βλεπέτωσαν, οἱ ἀνήκοοι, ὡς βούλονται πράττειν, πραττέτωσαν· οἱ σκληροκάρδιοι ἀπολιθούσθωσαν· ἁπαλυνέσθω δέ σου ἡ δεξιά.
Μετάφραση
Τους ρώτησε κάποιος τώρα, όχι για κάτι το αμφιλεγόμενο, αλλά για κάτι το γενικώς ομολογούμενο: «Επιτρέπεται να κάνει κανείς το καλό;» Αλλά ούτε λέγουν «Ναι»· διότι δεν είχαν αγαθή προαίρεση. «Διότι ο αγαθός άνθρωπος από τον αγαθό του θησαυρό προφέρει το αγαθό». Όντας δε πονηροί οι Ιουδαίοι, δεν συμφωνούν περί των αγαθών, και ούτε παραδέχονταν ότι επιτρέπεται να κάνει κανείς το καλό, ούτε μπορούσαν να πουν να κάνει το κακό· διότι ο λόγος αυτός ήταν αναίσχυντος· γι’ αυτό σιωπούν. Όταν όμως πρόκειται για φλυαρία, φλυαρούν πολλά· όταν πρόκειται για κατηγορία, κραυγάζουν δυνατά: «Πάρε τον, πάρε τον, σταύρωσέ τον. Αυτός ο άνθρωπος έκανε το τάδε και το τάδε». Στο ερώτημα αν πρέπει να κάνει κανείς το καλό ή το κακό, να σώσει μια ψυχή ή να την καταστρέψει, αυτοί μεν σιωπούν· Εκείνος δε, θλιβόμενος βαθιά στην καρδιά Του για την πώρωση της καρδιάς τους, είπε στον άνθρωπο: «Εκείνοι που βλέπουν, ας βλέπουν, οι ανυπάκουοι ας πράττουν όπως θέλουν να πράττουν· οι σκληρόκαρδοι ας απολιθώνονται· ας απαλυνθεί όμως η δεξιά σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες