ΚΕΦΑΛ. Δʹ. Περὶ τοῦ σπόρου παραβολή. Περὶ τῆς ἐπιτιμήσεως τῶν ὑδάτων. «Καὶ πάλιν ἤρξατο διδάσκειν παρὰ τὴν θάλασσαν, καὶ συνήχθη πρὸς αὐτὸν ὄχλος πολύς, ὥστε αὐτὸν ἐμβάντα εἰς τὸ πλοῖον, καθῆσθαι ἐν τῇ θαλάσσῃ· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος πρὸς τὴν θάλασσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἦν, καὶ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς πολλά.» Εἰ καὶ ἔδοξεν ἀποπέμψασθαι τὴν μητέρα, ὅμως πάλιν ὑπακούει αὐτῆς. Δι’ ἐκείνην γὰρ ἐξέρχεται παρὰ τὴν θάλασσαν. Κάθηται δὲ ἐν τῷ πλοίῳ, ἵνα κατὰ πρόσωπον ἔχων πάντας, ἐν ἐπηκόῳ πάντων λέγοι, καὶ μηδένα ἔχοι κατὰ νώτου. «Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· Ἀκούετε· ἰδοὺ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι, καὶ ἐγένετο ἐν τῷ σπείρειν, ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ ἦλθε τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ κατέφαγεν αὐτό. Ἄλλο δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὸ πετρῶδες, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καὶ εὐθέως ἐξανέτειλε διὰ τὸ μὴ ἔχειν βάθος γῆς· ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη, καὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη. Καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὰς ἀκάνθας, καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι καὶ συνέπνιξαν αὐτό, καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκε. Καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν καλήν, καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξάνοντα, καὶ ἔφερεν ἓν τριάκοντα, καὶ ἓν ἐξήκοντα, καὶ ἓν ἑκατόν. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄. Η παραβολή του σπόρου. Περί της επιτιμήσεως των υδάτων. «Και πάλι άρχισε να διδάσκει κοντά στη θάλασσα, και συγκεντρώθηκε γύρω του πολύ πλήθος, ώστε αυτός, αφού μπήκε στο πλοίο, να κάθεται μέσα στη θάλασσα· και όλο το πλήθος βρισκόταν στη στεριά, προς τη θάλασσα, και τους δίδασκε πολλά με παραβολές.» Αν και φάνηκε να αποπέμπει τη μητέρα του, ωστόσο πάλι την υπακούει. Διότι εξαιτίας της εξέρχεται προς τη θάλασσα. Κάθεται δε μέσα στο πλοίο, ώστε, έχοντας τους πάντες απέναντί του, να ομιλεί εις επήκοον όλων και να μην έχει κανέναν πίσω από την πλάτη του. «Και τους έλεγε κατά τη διδασκαλία του: Ακούτε· ιδού, βγήκε ο σπορέας για να σπείρει, και συνέβη, κατά τη σπορά, ένα μέρος να πέσει κοντά στον δρόμο, και ήρθαν τα πουλιά του ουρανού και το έφαγαν. Άλλο δε έπεσε στο πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα, και φύτρωσε αμέσως, επειδή δεν είχε βάθος γης· όταν όμως ανέτειλε ο ήλιος, κάηκε και, επειδή δεν είχε ρίζα, ξεράθηκε. Και άλλο έπεσε ανάμεσα στα αγκάθια, και ανέβηκαν τα αγκάθια και το έπνιξαν, και δεν έδωσε καρπό. Και άλλο έπεσε στην καλή γη, και έδινε καρπό που ανέβαινε και αυξανόταν, και απέφερε το ένα τριάντα, και το ένα εξήντα, και το ένα εκατό. Και τους έλεγε: Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες