ΜΑΡΚΟΣ. Καὶ γίνεται λαίλαψ ἀνέμου μεγάλη· τὰ δὲ κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε αὐτὸ ἤδη γεμίζεσθαι. Καὶ ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων. Καὶ διεγείρουσιν αὐτὸν, καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι, ὅτι ἀπολλύμεθα; Καὶ διεγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ, καὶ εἶπε τῇ θαλάσσῃ· Σιώπα, πεφίμωσο. Καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί δειλοί ἐστε οὕτως; Πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν; ΠΡΑΞΕΙΣ.
Μετάφραση
ΜΑΡΚΟΣ. Και σηκώνεται μεγάλη θύελλα ανέμου· και τα κύματα έπεφταν μέσα στο πλοίο, ώστε αυτό ήδη να γεμίζει. Και αυτός βρισκόταν στην πρύμνη και κοιμόταν πάνω στο προσκέφαλο. Και τον ξυπνούν και του λένε: Διδάσκαλε, δεν σε νοιάζει που χανόμαστε; Και αφού εγέρθηκε, επιτίμησε τον άνεμο, και είπε στη θάλασσα: Σιώπα, φιμώσου. Και κόπασε ο άνεμος, και έγινε μεγάλη γαλήνη. Και τους είπε: Γιατί είστε τόσο δειλοί; Πώς δεν έχετε πίστη; ΠΡΑΞΕΙΣ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες