Καὶ ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων, καὶ διεγείρουσιν αὐτόν, καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα; Καὶ διεγερθείς, ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ, καὶ εἶπε τῇ θαλάσσῃ· Σιώπα, πεφίμωσο. Καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη, καὶ εἶπεν αὑτοῖς· Τί δειλοί ἐστε οὕτω; Πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν; Καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν, καὶ ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους·
Μετάφραση
Και αυτός βρισκόταν στην πρύμνη κοιμώμενος πάνω στο προσκέφαλο, και τον ξυπνούν και του λέγουν: Διδάσκαλε, δεν σε μέλει που χανόμαστε; Και αφού εγέρθηκε, επιτίμησε τον άνεμο και είπε στη θάλασσα: Σιώπα, ησύχασε. Και κόπασε ο άνεμος και έγινε μεγάλη γαλήνη. Και τους είπε: Γιατί είστε τόσο δειλοί; Πώς δεν έχετε πίστη; Και κυριεύθηκαν από μεγάλο φόβο και έλεγαν μεταξύ τους:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες