Διηγήσαντο δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες, πῶς ἐγένετο τῷ δαιμονιζομένῳ, καὶ περὶ τῶν χοίρων· καὶ ἤρξαντο παρακαλεῖν αὐτὸν ἀπελθεῖν ἀπὸ τῶν ὀρίων αὐτῶν. Καὶ ἐμβάντος αὐτοῦ εἰς τὸ πλοῖον, παρεκάλει αὐτὸν ὁ δαιμονισθείς, ἵνα ᾖ μετ’ αὐτοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν, ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· Ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ ἀνάγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ Κύριος πεποίηκε, καὶ ἠλέησέ σε. Καὶ ἀπῆλθε, καὶ ἤρξατο κηρύσσειν ἐν τῇ Δεκαπόλει, ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ πάντες ἐθαύμαζον.» Ἐξῆλθον μὲν οἱ τῆς πόλεως ἐκείνης πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ἐκπλαγέντες τὸ θαῦμα· ἀκούσαντες δέ, ἐφοβήθησαν πλέον.
Μετάφραση
Αυτοί που είδαν το γεγονός τους διηγήθηκαν πώς συνέβη αυτό στον δαιμονισμένο, καθώς και τα σχετικά με τους χοίρους· και άρχισαν να τον παρακαλούν να αναχωρήσει από τα όριά τους. Και καθώς εκείνος επιβιβαζόταν στο πλοίο, ο πρώην δαιμονισμένος τον παρακαλούσε να παραμείνει μαζί του· ο Ιησούς όμως δεν τον άφησε, αλλά του λέει: «Πήγαινε στο σπίτι σου, στους δικούς σου, και ανάγγειλέ τους όσα έπραξε ο Κύριος για εσένα και πώς σε ελέησε». Και εκείνος αναχώρησε και άρχισε να κηρύττει στη Δεκάπολη όσα έκανε σε αυτόν ο Ιησούς, και όλοι θαύμαζαν». Βγήκαν μεν οι κάτοικοι εκείνης της πόλης προς τον Ιησού, έκπληκτοι για το θαύμα· ακούγοντας όμως, φοβήθηκαν περισσότερο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες