Πρὸς τοῦ Σωτῆρος γὰρ οὗτος τὴν ῥῶσιν δεξάμενος, καὶ φυγὼν τοὺς ἀφειδῶς αὐτὸν ἐκβακχεύοντας δαίμονας (λεγεῶνα γὰρ ἔσχε πολλῶν δαιμονίων πονηρότατον ἄθροισμα), Χριστοῦ τοῦ σεσωκότος ὀπαδὸς ἠβούλετο γίνεσθαι· καὶ μὴ δυνηθεὶς ταύτῃ τὴν πρὸς αὐτὸν εὔνοιαν ἐπιδείξασθαι (παρεκάλει γὰρ αὐτὸν ὁ δαιμονισθείς, ἵν’ ᾖ μετ’ αὐτοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν)· ἀλλ’ ἀπιέναι κελευσθείς, καὶ τοῖς οἰκείοις ἀπαγγέλλειν τὸν ἐπ’ αὐτῷ σωτήριον ἔλεον, κήρυξ ἀπελθὼν ἄοκνος καὶ φιλότιμος ἐν τῇ Δεκαπόλει τοῦ Σωτῆρος ἐγένετο, ἀγνωμοσύνης ἴδιον λογισάμενος, εἰ μόνοις οἰκείοις τὸν εὐεργέτην, καὶ μὴ πᾶσιν τοῖς εἰδόσιν αὐτὸν ἀσθενοῦντα κηρύξειεν. [2] Διὸ μηδεὶς ἡμᾶς βαλλέτω ταῖς μέμψεσιν, εἰ τούτου μιμηταὶ γενέσθαι θελήσαιμεν, καὶ τοὺς μετὰ Θεὸν ἡμῶν εὐεργέτας Κῦρον καὶ Ἰωάννην κηρύξαιμεν, καὶ τὴν δωρεὰν τῷ γράμματι γράψωμεν· ἐπεὶ μηδέπω τις τὸν λεπρὸν διεμέμψατο, ὃν τῆς λέπρας ὁ Χριστὸς ἐκαθάρισεν, μηδὲν λέγειν περὶ τῆς θεραπείας ἀκούσαντα, μόνον δὲ τὸ δῶρον κατὰ τὸ Μωσέως προσάγειν ἐπίταγμα, πανταχοῦ τὸν Δεσπότην κηρύξαντα, καὶ τὴν ἑαυτοῦ φημίζοντα κάθαρσιν, καὶ σιγᾶν ὡς κεκέλευστο μὴ θελήσαντα. [3] Οὓς καὶ ἡμεῖς δι’ εὐγνωμοσύνην ζηλώσαντες, τὴν θεραπείαν οὐ κρύψωμεν, ἀλλ’ γιγνόμεθα ἁγίων εὐγνώμονες κήρυκες, καὶ τὰ καθ’ ἑαυτοὺς τοῖς προλεχθεῖσιν ἐπάγωμεν· καὶ Χριστὸν αὐτοὶ τὸν ἑαυτῶν παιδευτὴν ἐκμιμούμενοι, μηδενὶ μηδὲν ἡμᾶς λέγειν ἐθέλωσιν· λέξωμεν δὲ καὶ ὄνομα, καὶ πόλιν, καὶ πατρίδα, καὶ φροντιστήριον, ὅθεν τε ἔφυμεν, καὶ ὅπη Θεοῦ βουληθέντος ἐτάχθημεν, καὶ ἐπὶ τούτοις ὀφθαλμῶν τὴν ἀσθένειαν, καὶ τὴν θείαν τῶν ἁγίων ἐπίσκεψιν, ὡς ἐπὶ τῶν προλαβόντων ἐδράσαμεν, πλεῖον οὐδὲν ἑαυτοῖς χαριζόμενοι, ἀλλὰ καὶ ταῦτα χαράττοντες, τῆς τῶν ἐντυγχανόντων γνώσεως ἕνεκεν· οὗ δὲ χάριν ἑαυτοὺς τελευταίους ἐτάξαμεν, ὕστερον λέξωμεν, ἐπειδὰν τὸ πάθος καὶ τὴν ἴασιν γράψωμεν. [4] Ἔστι μὲν ὄνομα τῷ γεγραφότι Σωφρόνιος, πόλις Δαμασκὸς ἡ μητρόπολις, πατρὶς ἡ Φοινίκη, οὐχ ἡ παραλία, ἀλλ’ ἡ Λιβάνου τοῦ ὄρους ἐπώνυμος, ἧς ἔστι Δαμασκὸς ἡ ἀρχαία μητρόπολις· τὸ δὲ μοναστήριον ὅπερ ὁ ἱερὸς Θεοδόσιος, ὁ πάντων τῶν Παλαιστιναίων μοναστῶν τῶν τε πρὸ αὐτοῦ, τῶν τε μετ’ αὐτοῦ δι’ ἀρετὴν ἡγησάμενος, ἀνὰ τὴν ἔρημον τῆς ἁγίας Χριστοῦ Θεοῦ ἡμῶν πόλεως ἵδρυσεν· ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γοῦν γεγονὼς ὁ Σωφρόνιος δι’ αἰτίαν ἧς οὐκ ἀνάγκη μεμνῆσθαι τῷ γράμματι, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀμφοτέρους ἠσθένησεν· οὐκ ἐπ’ ὀλίγας δὲ μόνας ἡμέρας ἔσχε τὸ νόσημα, ἀλλ’ ἐπὶ μῆνας οὐκ ὀλίγους ἐτρύχετο· καὶ μὴ φέρων τῶν ἀλγηδόνων τὸ πέλαγος (ἄτακτον γὰρ τὸ πάθος ὑπέμενεν), τοῖς ἀρίστοις ἑαυτὸν ἰατροῖς ἐπεδείκνυεν, καὶ μάλιστα τοῖς περιττόν τι τῶν ἄλλων ἔχειν νομίζουσιν ἔν τε λόγοις καὶ σχήμασιν. [5] Οἳ συχνῶς πρὸς τὸν ἀέρα τὸν πάσχοντα σύροντες, καὶ τὰς κόρας πρὸς τὰς ἡλιακὰς ἀκτῖνας σκεπτόμενοι, τὰ μὲν πρῶτα ἀλλαγὴν ἀέρος τὸ τοῦ πάθους ἔλεγον αἴτιον· εὐθὺς γὰρ μετὰ τὴν ἄφιξιν ὑπέστη τοῦτο Σωφρόνιος.
Μετάφραση
Διότι αυτός, αφού έλαβε τη θεραπεία από τον Σωτήρα, και ξέφυγε από τους δαίμονες που ανελέητα τον εξωθούσαν σε μανία (επειδή κατείχετο από λεγεώνα, ένα πονηρότατο πλήθος πολλών δαιμονίων), επιθυμούσε να γίνει ακόλουθος του Χριστού που τον είχε σώσει· και μη μπορώντας με αυτόν τον τρόπο να του αποδείξει την ευγνωμοσύνη του (διότι ο δαιμονισθείς τον παρακαλούσε να μείνει μαζί του, αλλά ο Ιησούς δεν τον άφησε), αλλά έχοντας λάβει εντολή να αναχωρήσει και να αναγγείλει στους οικείους του το σωτήριο έλεος που του έδειξε, έφυγε και έγινε ακούραστος και φιλότιμος κήρυκας του Σωτήρα στη Δεκάπολη, θεωρώντας πως θα ήταν δείγμα αγνωμοσύνης εάν κήρυττε τον ευεργέτη μόνο στους δικούς του, και όχι σε όλους όσους τον γνώριζαν όταν ήταν ασθενής. [2] Γι' αυτό, ας μη μας κατακρίνει κανείς, εάν θελήσουμε να γίνουμε μιμητές του, και κηρύξουμε τους μετά τον Θεό ευεργέτες μας Κύρο και Ιωάννη, και καταγράψουμε τη δωρεά εγγράφως· επειδή κανείς ποτέ δεν κατέκρινε τον λεπρό, τον οποίο ο Χριστός καθάρισε από τη λέπρα, όταν, αν και άκουσε να μην πει τίποτα για τη θεραπεία, παρά μόνο να προσφέρει το δώρο σύμφωνα με το πρόσταγμα του Μωυσή, εκείνος κήρυξε παντού τον Δεσπότη και διαφήμισε τη δική του κάθαρση, μη θέλοντας να σιωπήσει όπως του είχε προσταχθεί. [3] Αυτούς λοιπόν και εμείς, μιμούμενοι από ευγνωμοσύνη, ας μην κρύψουμε τη θεραπεία, αλλά ας γίνουμε ευγνώμονες κήρυκες των αγίων, και ας προσθέσουμε τα δικά μας στα όσα ήδη αναφέρθηκαν· και παρόλο που αυτοί, μιμούμενοι τον δικό τους παιδευτή, τον Χριστό, μπορεί να θέλουν να μην πούμε τίποτα σε κανέναν, εμείς όμως θα αναφέρουμε και το όνομα, και την πόλη, και την πατρίδα, και το μοναστήρι από το οποίο προερχόμαστε και όπου, κατά το θέλημα του Θεού, ταχθήκαμε. Και επιπλέον την ασθένεια των οφθαλμών, και τη θεία επίσκεψη των αγίων, όπως πράξαμε και για όσους προηγήθηκαν, χωρίς να ευνοούμε καθόλου τους εαυτούς μας, αλλά γράφοντάς τα αυτά για χάρη της γνώσης εκείνων που θα τα διαβάσουν· το δε γιατί τάξαμε τους εαυτούς μας τελευταίους, θα το πούμε αργότερα, αφού καταγράψουμε την ασθένεια και την ίαση. [4] Το όνομα εκείνου που γράφει είναι Σωφρόνιος, πόλη η μητρόπολη Δαμασκός, πατρίδα η Φοινίκη, όχι η παραλιακή, αλλά εκείνη που φέρει το όνομα του όρους Λιβάνου, της οποίας αρχαία μητρόπολη είναι η Δαμασκός. Το δε μοναστήρι στο οποίο ανήκει είναι αυτό που ο ιερός Θεοδόσιος —ο οποίος λόγω της αρετής του υπήρξε ηγέτης όλων των Παλαιστινίων μοναχών, τόσο αυτών πριν από αυτόν όσο και αυτών μετά από αυτόν— ίδρυσε στην έρημο της αγίας πόλεως του Χριστού του Θεού μας. Όταν λοιπόν βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια ο Σωφρόνιος για κάποια αιτία την οποία δεν είναι ανάγκη να αναφέρουμε στο κείμενο, ασθένησε και στους δύο οφθαλμούς. Και δεν υπέφερε από το νόσημα μόνο για λίγες ημέρες, αλλά ταλαιπωρούνταν για αρκετούς μήνες· και μη αντέχοντας το πέλαγος των πόνων (διότι υπέμενε μία ακανόνιστη πάθηση), απευθυνόταν στους καλύτερους ιατρούς, και μάλιστα σε εκείνους που θεωρούνταν ότι υπερείχαν των άλλων σε θεωρητική κατάρτιση και σε ιατρικές μεθόδους. [5] Αυτοί, βγάζοντας συχνά τον πάσχοντα στο ύπαιθρο και εξετάζοντας τις κόρες των οφθαλμών του στο φως του ήλιου, έλεγαν αρχικά ότι η αιτία της ασθένειας ήταν η αλλαγή του κλίματος· διότι αμέσως μετά την άφιξή του, ο Σωφρόνιος υπέστη αυτή την πάθηση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες