Καὶ γενομένου Σαββάτου, ἤρξατο ἐν τῇ Συναγωγῇ διδάσκειν, καὶ πολλοὶ ἀκούοντες ἐξεπλήσσοντο, λέγοντες· Πόθεν τούτῳ ταῦτα; καὶ τίς ἡ σοφία ἡ δοθεῖσα αὐτῷ, ὅτι καὶ δυνάμεις τοιαῦται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ γίνονται; Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου, καὶ Ἰωσῆ, καὶ Ἰούδα, καὶ Σίμωνος; Καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡμᾶς; Καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ.» Ἐπιβαίνει τῆς πατρίδος, οὐκ ἀγνοῶν ὅτι καταφρονήσουσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἔχωσιν ὕστερον λέγειν ὅτι, Εἰ ἦλθεν, ἐπιστεύσαμεν ἄν· ἅμα δέ, καὶ τὴν φθονερὰν γνώμην αὐτῶν ἐλέγχων. Δέον γὰρ καυχᾶσθαι μᾶλλον ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, ὡς κοσμοῦντι τὴν αὐτῶν πατρίδα διά τε τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, οἱ δέ, ἐξευτελίζουσιν αὐτὸν ἐπὶ τῷ ταπεινῷ τοῦ γένους. Τοσοῦτόν ἐστι κακὸν ὁ φθόνος.
Μετάφραση
Και όταν ήρθε το Σάββατο, άρχισε να διδάσκει στη συναγωγή, και πολλοί που τον άκουγαν έμεναν έκπληκτοι, λέγοντας: «Από πού τα έχει αυτός αυτά; Και ποια είναι η σοφία που του δόθηκε, ώστε να γίνονται τέτοια θαύματα από τα χέρια του; Δεν είναι αυτός ο ξυλουργός, ο γιος της Μαρίας, και αδελφός του Ιακώβου, του Ιωσή, του Ιούδα και του Σίμωνα; Και δεν είναι οι αδελφές του εδώ μαζί μας;» Και σκανδαλίζονταν εξαιτίας του. Επιστρέφει στην πατρίδα του, όχι επειδή αγνοούσε ότι θα τον περιφρονήσουν, αλλά για να μην έχουν τη δικαιολογία να λένε αργότερα ότι «Αν είχε έρθει, θα είχαμε πιστέψει»· και συγχρόνως, για να ελέγξει τη φθονερή τους διάθεση. Διότι, ενώ θα έπρεπε μάλλον να καυχώνται για τον Κύριο, επειδή κοσμούσε την πατρίδα τους και με τη διδασκαλία και με τα θαύματα, εκείνοι τον εξευτελίζουν για την ταπεινή του καταγωγή. Τόσο μεγάλο κακό είναι ο φθόνος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες