Γενομένης οὖν, φησίν, ἡμέρας εὐκαίρου, πρὸς τὴν φονικὴν δηλονότι μηχανήν, τελουμένων τῶν γενεθλίων Ἡρώδου, καὶ παντὸς μὲν τοῦ ὄχλου συνειλεγμένου, πάντων δὲ τῶν ἐν τέλει προκαθημένων, εἰσῆλθε μεταξὺ πάντων, ἀφεθεῖσα παρ’ αὐτῆς ἐπίτηδες ἡ ταύτης θυγάτηρ, καὶ ὑπὸ τοὺς ἁπάντων ὀφθαλμοὺς ὠρχήσατο τὸ κοράσιον καὶ ἤρεσε τοῖς τε ἄλλοις καὶ τῷ Ἡρώδῃ. Πῶς γὰρ οὐκ ἔμελλεν, αὐτῆς τε οὖσα καὶ ὑπ’ αὐτῆς προαχθεῖσα καὶ ἀναιδῶς ὀρχήσασθαι καὶ τῷ Ἡρώδῃ ἀρέσκειν;
Μετάφραση
Όταν λοιπόν, λέει, έφτασε η κατάλληλη ημέρα, για τη φονική βέβαια μηχανορραφία, καθώς γιορτάζονταν τα γενέθλια του Ηρώδη, και αφού είχε συγκεντρωθεί όλο το πλήθος και κάθονταν στις πρώτες θέσεις όλοι οι αξιωματούχοι, εισήλθε ανάμεσα σε όλους, έχοντας σταλεί από εκείνην επίτηδες, η κόρη της, και μπροστά στα μάτια όλων χόρεψε το κορίτσι και άρεσε και στους άλλους και στον Ηρώδη. Διότι πώς ήταν δυνατόν να μην συμβεί αυτό, αφού ήταν δική της κόρη και είχε παρακινηθεί από αυτήν, ώστε και αναίσχυντα να χορέψει και στον Ηρώδη να αρέσει;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες