Οἱ δὲ ἰδόντες αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἔδοξαν φάντασμα εἶναι, καὶ ἀνέκραξαν. Πάντες γὰρ αὐτὸν εἶδον, καὶ ἐταράχθησαν, καὶ εὐθέως ἐλάλησε μετ’ αὐτῶν, καὶ λέγει αὐτοῖς· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε. Καὶ ἀνέβη πρὸς αὐτοὺς εἰς τὸ πλοῖον, καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. Καὶ λίαν ἐκπερισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο, καὶ ἐθαύμαζον. Οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις. Ἦν γὰρ αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη·» ἠνάγκασε τοὺς μαθητάς. Οὐ γὰρ ἤθελον ἀποσπασθῆναι αὐτοῦ, ἀλλὰ βίᾳ ἐχωρίζοντο, ἅμα μὲν διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ ἀπορεῖν πῶς ἂν ἔλθοι πρὸς αὐτοὺς πλοίου μὴ ὄντος. Ἀπολύσας οὖν τοὺς ὄχλους, ἀνέβη προσεύξασθαι κατ’ ἰδίαν. Σχολῆς γὰρ καὶ ἀταραξίας δεῖται ἡ προσευχή. Ἀφίησι δὲ τοὺς μαθητὰς πειρασθῆναι, ἵνα μάθωσιν ὑπομένειν. Διὰ τοῦτο γὰρ οὐδὲ εὐθέως αὐτοῖς ἐφίσταται, ἀλλὰ δι’ ὅλης τῇς νυκτὸς συγχωρεῖ κλυδωνίζεσθαι, ἵνα διδάξῃ καρτερεῖν, καὶ μὴ ἐν ἀρχῇ τῶν δεινῶν ἐλπίζειν ἄνεσιν. Ὅρα δὲ καὶ ἕτερον, ὅτι ὅταν μέλλῃ παύειν τὰ δεινά, τότε μᾶλλον εἰς μείζονα φόβον ἐντίθησιν. Ἰδόντες γὰρ αὐτόν, ἔκραξαν, ταραχθέντες ὡς ἐπὶ φαντάσματι· καὶ εὐθέως διὰ τῆς φωνῆς θεραπεύει αὐτούς, λέγων· Μὴ φοβεῖσθε.
Μετάφραση
Εκείνοι δε, όταν τον είδαν να περπατά πάνω στη θάλασσα, νόμισαν ότι είναι φάντασμα και κραύγασαν. Διότι όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν· και αμέσως εκείνος μίλησε μαζί τους και τους λέει: «Έχετε θάρρος, εγώ είμαι, μη φοβάστε». Και ανέβηκε προς αυτούς στο πλοίο, και κόπασε ο άνεμος. Και εξίσταντο υπερβολικά μέσα τους και θαύμαζαν. Διότι δεν είχαν κατανοήσει το θαύμα με τους άρτους, επειδή η καρδιά τους ήταν πωρωμένη.» Ανάγκασε τους μαθητές, διότι δεν ήθελαν να αποσπαστούν από αυτόν, αλλά αποχωρίστηκαν αναγκαστικά, αφενός λόγω της αγάπης τους προς αυτόν, αφετέρου επειδή απορούσαν πώς θα ερχόταν προς αυτούς, εφόσον δεν υπήρχε πλοίο. Αφού λοιπόν απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε για να προσευχηθεί κατ' ιδίαν. Διότι η προσευχή απαιτεί ησυχία και αταραξία. Αφήνει δε τους μαθητές να δοκιμαστούν, για να μάθουν να υπομένουν. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε δεν παρουσιάζεται αμέσως σε αυτούς, αλλά τους επιτρέπει να κλυδωνίζονται σε όλη τη διάρκεια της νύχτας, για να τους διδάξει να δείχνουν καρτερία και να μην ελπίζουν σε ανακούφιση από την αρχή των δεινών. Πρόσεξε όμως και κάτι άλλο, ότι όταν πρόκειται να παύσει τα δεινά, τότε μάλλον τους υποβάλλει σε μεγαλύτερο φόβο. Διότι βλέποντάς τον έκραξαν, επειδή ταράχτηκαν νομίζοντας ότι βλέπουν φάντασμα· και αμέσως τους θεραπεύει δια της φωνής του, λέγοντας: «Μη φοβάστε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες