Εἶτα καὶ διὰ τοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον, τὴν τελεωτέραν αὐτοῖς ἀταραξίαν περιποιεῖται. Εὐθὺς γὰρ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. Μέγα δὲ θαῦμα τὸ ἐπὶ θαλάσσης περιπατεῖν, καὶ Θεοῦ τῷ ὄντι, τὸ δὲ καὶ ταραχῆς οὔσης, καὶ τοῦ ἀνέμου ἐναντιουμένου, ἐπίτασις τοῦ θαύματος. Οἱ δὲ ἀπόστολοι οὐ συνιέντες ἐπὶ τοῖς ἄρτοις, ἀπὸ τούτου τοῦ θαύματος τοῦ ἐπὶ τῇ θαλάσσῃ συνῆκαν· ἔοικεν οὖν ὁ Χριστὸς καὶ διὰ τοῦτο συγχωρῆσαι αὐτοὺς πειρασθῆναι, ἵνα ἐπεὶ μὴ ἀπὸ τῶν ἄρτων αὐτὸν ἐπέγνωσαν, ἐπιγνῶσιν ἀπὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ὠφεληθῶσιν. «Καὶ διαπεράσαντες, ἦλθον ἐπὶ τὴν γῆν Γεννησαρέτ· καὶ προσωρμίσθησαν, καὶ ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ τοῦ πλοίου, εὐθέως ἐπιγνόντες αὐτόν, περιδραμόντες ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, ἤρξαντο ἐπὶ τοῖς κραββάτοις τοὺς κακῶς ἔχοντας περιφέρειν, ὅπου ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ἐστι· καὶ ὅπου ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγρούς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐτίθουν τοὺς ἀσθενοῦντας, καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἅψωνται, καὶ ὅσοι ἂν ἥπτοντο αὐτοῦ, ἐσώζοντο.» Διὰ χρόνου, ὡς ἔοικεν, ἐπεδήμησεν ὁ Κύριος τῷ τόπῳ. Διὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς λέγει· Ἐπιγνόντες αὐτόν, προσέφερον τοὺς ἀσθενεῖς. Οὐκ ἔτι γὰρ εἰς τὰς οἰκίας ἐκάλουν, ἀλλ’ αὐτοὶ μᾶλλον προσέφερον τοὺς κακῶς ἔχοντας, παρακαλοῦντες ἵνα κἂν τοῦ κρασπέδου ἅψωνται.
Μετάφραση
Έπειτα, και με το να μπει στο πλοίο, τους εξασφαλίζει την τελειότερη γαλήνη. Διότι αμέσως κόπασε ο άνεμος. Μέγα θαύμα είναι το να περπατά πάνω στη θάλασσα, και έργο αληθινού Θεού, αλλά το να το κάνει ενώ υπήρχε ταραχή και ο άνεμος ήταν αντίθετος, αποτελεί επίταση του θαύματος. Οι απόστολοι, όμως, επειδή δεν είχαν κατανοήσει από το θαύμα με τους άρτους, κατανόησαν από τούτο το θαύμα στη θάλασσα· φαίνεται λοιπόν ότι ο Χριστός επέτρεψε να δοκιμαστούν και για αυτόν τον λόγο, ώστε, αφού δεν τον αναγνώρισαν από τους άρτους, να τον αναγνωρίσουν από τη θάλασσα και να ωφεληθούν. «Και αφού πέρασαν απέναντι, ήλθαν στη γη της Γεννησαρέτ· και αγκυροβόλησαν, και όταν βγήκαν από το πλοίο, αμέσως τον αναγνώρισαν, έτρεξαν σε όλη εκείνη την περίχωρο και άρχισαν να περιφέρουν πάνω στα κρεβάτια τους ασθενείς, όπου άκουγαν ότι βρίσκεται· και όπου κι αν εισερχόταν, σε χωριά ή πόλεις ή αγρούς, τοποθετούσαν τους ασθενείς στις αγορές και τον παρακαλούσαν να αγγίξουν έστω και το κράσπεδο του ιματίου του, και όσοι τον άγγιζαν, θεραπεύονταν». Μετά από καιρό, όπως φαίνεται, ο Κύριος επισκέφθηκε τον τόπο. Γι' αυτό και ο ευαγγελιστής λέει: Αφού τον αναγνώρισαν, του έφεραν τους ασθενείς. Διότι δεν τον καλούσαν πλέον στα σπίτια τους, αλλά οι ίδιοι μάλλον έφερναν τους ασθενείς, παρακαλώντας να αγγίξουν έστω και το κράσπεδο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες