Εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. Καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς οἶκον ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ἐπηρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ περὶ τῆς παραβολῆς. Καὶ λέγει αὐτοῖς· Οὕτω καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε; Οὐ νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ ἔξωθεν εἰσπορευόμενον εἰς τὸν ἄνθρωπον, οὐ δύναται αὐτὸν κοινῶσαι, ὅτι οὐκ εἰσπορεύεται αὐτοῦ εἰς τὴν καρδίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν κοιλίαν, καὶ εἰς τὸν ἀφεδρῶνα ἐκπορεύεται, ἐκκαθαρίζων πάντα τὰ βρώματα; Ἔλεγε δέ, ὅτι Τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. Ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται, καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.» Ὁ Κύριος διδάσκων τοὺς ἀνθρώπους ὅτι τὰ τῶν βρωμάτων παρατηρήματα ἃ ὁ νόμος διαγορεύει, οὐκ ὀφείλομεν νοεῖν σωματικῶς, ἄρχεται ἐντεῦθεν ἀποκαλύπτειν μετρίως τὸ τοῦ νόμου βούλημα. Καί φησιν ὅτι οὐδὲν τῶν εἰσπορευομένων δύναται κοινῶσαι, τουτέστι, μιᾶναί τινα, ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόμενα ἐκ τῆς καρδίας, ἐκεῖνά εἰσι τὰ μιαίνοντα, καὶ καταλέγει ταῦτα. Ὀφθαλμὸν δὲ πονηρόν φησιν, ἢ τὸν φθόνον, ἢ τὴν ἀκολασίαν· καὶ γὰρ καὶ ὁ φθονῶν, ὀφθαλμὸν πονηρὸν καὶ βάσκανον ἐπιβάλλει τῷ φθονουμένῳ· καὶ ἀκόλαστος διὰ τοῦ ὀφθαλμοῦ ὁρῶν τὸ πονηρὸν μετέρχεται.
Μετάφραση
«Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει». Και όταν μπήκε σε σπίτι μακριά από το πλήθος, τον ρωτούσαν οι μαθητές του για την παραβολή. Και τους λέει: «Έτσι ασύνετοι είστε και εσείς; Δεν κατανοείτε ότι καθετί που εισέρχεται από έξω στον άνθρωπο δεν μπορεί να τον μολύνει, διότι δεν εισέρχεται στην καρδιά του, αλλά στην κοιλιά, και αποβάλλεται στον αφεδρώνα, καθαρίζοντας έτσι όλες τις τροφές;» Έλεγε δε ότι: «Εκείνο που εξέρχεται από τον άνθρωπο, αυτό είναι που τον μολύνει. Διότι από μέσα, από την καρδιά των ανθρώπων, εξέρχονται οι κακοί διαλογισμοί, οι μοιχείες, οι πορνείες, οι φόνοι, οι κλοπές, οι πλεονεξίες, οι πονηρίες, ο δόλος, η ασέλγεια, ο πονηρός οφθαλμός, η βλασφημία, η υπερηφάνεια, η αφροσύνη. Όλα αυτά τα πονηρά εξέρχονται από μέσα, και μολύνουν τον άνθρωπο.» Ο Κύριος, διδάσκοντας τους ανθρώπους ότι τις διατάξεις περί των τροφών που ορίζει ο νόμος δεν οφείλουμε να τις κατανοούμε σωματικώς, αρχίζει από εδώ να αποκαλύπτει σταδιακά το θέλημα του νόμου. Και λέει ότι τίποτα από όσα εισέρχονται δεν μπορεί να μολύνει, δηλαδή να ρυπάνει κάποιον, αλλά όσα εξέρχονται από την καρδιά, εκείνα είναι που μολύνουν, και τα απαριθμεί. Και ονομάζει πονηρό οφθαλμό είτε τον φθόνο είτε την ακολασία. Διότι και εκείνος που φθονεί, στρέφει πονηρό και βασκανικό βλέμμα προς αυτόν που φθονείται· και ο ακόλαστος, βλέποντας το πονηρό μέσω του οφθαλμού, το επιδιώκει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες