Καὶ πάλιν ἐξελθὼν ἐκ τῶν ὁρίων Τύρου καὶ Σιδῶνος, ἦλθε πρὸς τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας, ἀνὰ μέσον τῶν ὁρίων Δεκαπόλεως, καὶ φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον, καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ αὐτῷ τὴν χεῖρα, καὶ ἀπολαβόμενος αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὄχλου κατ’ ἰδίαν, ἔβαλε τοὺς δακτύλους αὐτοῦ εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ· καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώττης αὐτοῦ, καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἐστέναξε, καὶ λέγει αὐτῷ, Ἐφφαθά· ὅ ἐστι, Διανοίχθητι· καὶ εὐθέως διηνοίχθησαν αὐτοῦ αἱ ἀκοαί, καὶ ἐλύθη ὁ δεσμὸς τῆς γλώττης αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει ὀρθῶς, καὶ διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν.
Μετάφραση
Και πάλι, αφού αναχώρησε από τα όρια της Τύρου και της Σιδώνας, ήλθε προς τη θάλασσα της Γαλιλαίας, διασχίζοντας τα όρια της Δεκάπολης. Και του φέρνουν έναν κωφό που μιλούσε με δυσκολία, και τον παρακαλούν να θέσει το χέρι του επάνω του. Και αφού τον πήρε παράμερα από το πλήθος, έβαλε τα δάχτυλά του στα αυτιά του και, αφού έφτυσε, άγγιξε τη γλώσσα του. Και αναβλέποντας προς τον ουρανό, αναστέναξε και του λέει: Εφφαθά, το οποίο σημαίνει, διανοίξου. Και αμέσως διανοίχθηκαν οι ακοές του, και λύθηκε ο δεσμός της γλώσσας του, και μιλούσε ορθά. Και τους παρήγγειλε αυστηρά να μην το πουν σε κανέναν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες