Καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἀπῆλθεν. Ὁ δὲ Μάρκος φησὶν, ὅτι προσελθόντων αὐτῶν καὶ συζητούντων, Ἀναστενάξας τῷ πνεύματι αὐτοῦ, λέγει· Τί ἡ γενεὰ αὕτη σημεῖον ἐπιζητεῖ; Καίτοιγε ὀργῆς ἀξία ἡ ἐρώτησις καὶ ἀγανακτήσεως· ἀλλ᾽ ὅμως ὁ φιλάνθρωπος καὶ κηδεμὼν οὐκ ὀργίζεται, ἀλλ᾽ ἐλεεῖ καὶ ταλανίζει ἅτε ἀνίατα νοσοῦντας, καὶ μετὰ τοσαύτην ἀπόδειξιν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως πειράζοντας αὐτόν. Οὐδὲ γὰρ ὥστε πιστεῦσαι ἐζήτουν, ἀλλ᾽ ὥστε ἐπιλαβέσθαι. Εἰ γὰρ ὡς πιστεύσοντες προσῆλθον, ἔδωκεν ἄν. Ὁ γὰρ τῇ γυναικὶ εἰπὼν, Οὐκ ἔστι καλὸν, καὶ μετὰ ταῦτα δοὺς, πολλῷ μᾶλλον ἂν τούτοις παρέσχεν. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ οὐ πιστεῦσαι ἐζήτουν, διὰ τοῦτο καὶ ὑποκριτὰς ἑτέρωθι καλεῖ, ὅτι ἕτερα μὲν ἔλεγον, ἕτερα δὲ ἐφρόνουν. Εἰ γὰρ ἐπίστευον, οὐδ᾽ ἂν ᾔτησαν. Καὶ ἑτέρωθεν δὲ δῆλον, ὅτι οὐκ ἐπίστευον· ὅτι ἐπιτιμηθέντες καὶ ἐλεγχθέντες, οὐ παρέμειναν, οὐδὲ εἶπον, ὅτι Ἀγνοοῦμεν καὶ μαθεῖν ζητοῦμεν.
Μετάφραση
Και αφού τους άφησε, αναχώρησε. Ο δε Μάρκος αναφέρει ότι, όταν τον πλησίασαν και άρχισαν να συζητούν μαζί του, αναστέναξε βαθιά στο πνεύμα του και είπε: «Γιατί η γενεά αυτή αναζητά σημείο;». Καίτοι η ερώτησή τους ήταν άξια οργής και αγανάκτησης, παρ' όλα αυτά ο φιλάνθρωπος και κηδεμόνας δεν οργίζεται, αλλά τους σπλαχνίζεται και τους οικτίρει ως ανίατα ασθενείς, διότι, μετά από τόση απόδειξη της δυνάμεώς του, εκείνοι τον πείραζαν. Διότι δεν ζητούσαν το σημείο για να πιστέψουν, αλλά για να τον παγιδεύσουν. Διότι, εάν τον είχαν πλησιάσει με σκοπό να πιστέψουν, θα τους το είχε δώσει. Διότι Εκείνος που είπε στη γυναίκα «Δεν είναι καλό», και ύστερα της έδωσε αυτό που ζητούσε, πολύ περισσότερο θα το προσέφερε σε τούτους. Αλλά επειδή δεν ζητούσαν για να πιστέψουν, γι' αυτό και σε άλλο σημείο τους αποκαλεί υποκριτές, επειδή άλλα έλεγαν και άλλα φρονούσαν. Διότι, εάν πίστευαν, δεν θα ζητούσαν σημείο. Και από αλλού εξάλλου καθίσταται φανερό ότι δεν πίστευαν: από το γεγονός ότι, αφού επιτιμήθηκαν και ελέγχθηκαν, δεν παρέμειναν ούτε είπαν: «Αγνοούμε και ζητούμε να μάθουμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες