Καὶ γνοὺς ὁ Ἰησοῦς, λέγει αὐτοῖς· Τί διαλογίζεσθε, ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχετε; Οὔπω νοεῖτε, οὐδὲ συνίετε; ἔτι πεπωρωμένην ἔχετε τὴν καρδίαν ὑμῶν; ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε, καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; καὶ οὐ μνημονεύετε, ὅτε τοὺς πέντε ἄρτους ἔκλασα εἰς τοὺς πεντακισχιλίους, πόσους κοφίνους πλήρεις κλασμάτων ἤρατε; Λέγουσιν αὐτῷ· Δώδεκα. Ὅτε δὲ τοὺς ἑπτὰ εἰς τοὺς τετρακισχιλίους, πόσων σπυρίδων πληρώματα κλασμάτων ἤρατε; Οἱ δὲ εἶπον· Ἑπτά.
Μετάφραση
Και όταν το αντελήφθη ο Ιησούς, τους λέει: Γιατί διαλογίζεστε επειδή δεν έχετε άρτους; Ακόμη δεν νοείτε ούτε κατανοείτε; Έχετε ακόμη πωρωμένη την καρδιά σας; Ενώ έχετε οφθαλμούς δεν βλέπετε, και ενώ έχετε ώτα δεν ακούτε; Και δεν θυμάστε, όταν τεμάχισα τους πέντε άρτους για τους πεντακισχιλίους, πόσα κοφίνια γεμάτα από κλάσματα μαζέψατε; Του λέγουν: Δώδεκα. Όταν δε τεμάχισα τους επτά για τους τετρακισχιλίους, πόσα κοφίνια γεμάτα από κλάσματα μαζέψατε; Οι δε είπαν: Επτά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες