Ἀλλὰ καὶ ὅτε καθήμενος ἐπὶ πώλου ὄνου κατὰ τὴν προφητείαν τὴν Ἰερουσαλὴμ εἰσῆλθε παραδόξως, ὑπὸ παίδων ὡς Θεὸς ὑμνούμενος, τοὺς ἐκεῖ προσελθόντας χωλοὺς καὶ τυφλοὺς ἐθεράπευσεν ἅπαντας, ὡς ὁ Ματθαῖος καὶ τοῦτό φησιν. Εἰς δὲ τὴν Βηθσαϊδὰ ἐλθόντι, φέρουσιν αὐτῷ τυφλόν, ὡς ὁ Μάρκος φησί, καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἅψηται αὐτοῦ· ὁ δὲ Κύριος ἐξαγαγὼν αὐτὸν ἔξω τῆς κώμης, πτύσας εἰς τὰ ὄμματα αὐτοῦ καὶ ἐπιθεὶς αὐτῷ τὰς χεῖρας ἀμυδρῶς βλέπειν ἐποίησεν αὐτόν· εἶτα πάλιν ἐπιθεὶς αὐτῷ τὰς χεῖρας αὐτοῦ, τηλαυγῶς αὐτῷ παρέσχεν ἀναβλέψαι. Ἐν δὲ τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἰεριχώ, ὡς ὁ Λουκᾶς φησι, ἰάσατο λόγῳ μόνῳ τὸν καθήμενον παρὰ τὴν ὁδὸν τυφλὸν καὶ προσαιτοῦντα, πρὸς αὐτὸν αἰτήσαντα τὴν ἴασιν εἰπών, ἀνάβλεψον. Ἐκπορευόμενος δὲ ἀπὸ τῆς Ἰεριχώ, ὡς ὁ Μάρκος καὶ τοῦτό φησιν, ἕτερον πάλιν ὀμματοῖ τυφλόν, Βαρτιμαῖον τὸν τοῦ Τιμαίου, εἰπὼν πρὸς αὐτὸν αἰτήσαντα τὴν ἀνάβλεψιν· κατὰ τὴν πίστιν σου γενηθήτω σοι. Ἐπὶ δὲ τῆς Ἰερουσαλήμ, ἰδὼν τυφλὸν ἐκ γενετῆς, ὡς ὁ Ἰωάννης φησίν, οὐδὲ αἰτηθείς, ἀλλ’ αὐτοκινήτως δι’ ἀγαθότητα πτύσας ἐπὶ τὴν γῆν καὶ πηλὸν ποιήσας καὶ τοῦ τυφλοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀλείψας, εἶπε πρὸς αὐτόν· ὕπαγε, νίψε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ.
Μετάφραση
Αλλά και όταν, καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου σύμφωνα με την προφητεία, εισήλθε παραδόξως στην Ιερουσαλήμ και υμνούνταν από τα παιδιά ως Θεός, θεράπευσε όλους τους χωλούς και τους τυφλούς που τον πλησίασαν εκεί, όπως αναφέρει και αυτό ο Ματθαίος. Όταν δε ήλθε στη Βηθσαϊδά, του φέρνουν έναν τυφλό, όπως λέει ο Μάρκος, και τον παρακαλούν να τον αγγίξει. Ο δε Κύριος, αφού τον έβγαλε έξω από το χωριό, έφτυσε στα μάτια του, έθεσε πάνω του τα χέρια του και τον έκανε να βλέπει αμυδρά. Έπειτα, θέτοντας πάλι τα χέρια του πάνω του, του χάρισε την ικανότητα να αναβλέψει και να βλέπει καθαρά. Καθώς δε πλησίαζε στην Ιεριχώ, όπως λέει ο Λουκάς, θεράπευσε μόνο με τον λόγο έναν τυφλό που καθόταν παρά την οδό και ζητιάνευε, λέγοντας σε αυτόν που ζήτησε τη θεραπεία: «Ανάβλεψε». Βγαίνοντας δε από την Ιεριχώ, όπως λέει και αυτό ο Μάρκος, χαρίζει πάλι την όραση σε έναν άλλον τυφλό, τον Βαρτίμαιο, τον γιο του Τιμαίου, λέγοντας σε αυτόν που ζήτησε να αναβλέψει: «Σύμφωνα με την πίστη σου ας γίνει σε εσένα». Στην δε Ιερουσαλήμ, όταν είδε έναν εκ γενετής τυφλό, όπως λέει ο Ιωάννης, χωρίς καν να του ζητηθεί, αλλά από δική του πρωτοβουλία λόγω της αγαθότητάς του, έφτυσε στη γη, έφτιαξε πηλό, άλειψε τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες