Διδάσκαλοί τινες νεοφανεῖς, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι ὁ Ἡρώδης ἐστὶν ὁ Χριστός, καὶ ὅτι τούτῳ δεῖ πιστεύειν. «Καὶ ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδά, καὶ φέρουσιν αὐτῷ τυφλόν, καὶ παρακαλοῦσιν αὐτόν, ἵνα αὐτοῦ ἅψηται. Καὶ ἐπιλαβόμενος τῆς χειρὸς τοῦ τυφλοῦ, ἐξήγαγεν αὐτὸν ἔξω τῆς κώμης. Καὶ πτύσας εἰς τὰ ὄμματα αὐτοῦ, ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, ἐπηρώτα αὐτὸν εἴ τι βλέπει. Καὶ ἀναβλέψας, ἔλεγε· Βλέπω τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι ὡς δένδρα ὁρῶ περιπατοῦντας. Εἶτα πάλιν ἐπέθηκε τὰς χεῖρας ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ ἐποίησεν αὐτὸν ἀναβλέψαι. Καὶ ἀποκατεστάθη, καὶ ἐνέβλεψε τηλαυγῶς ἅπαντας, καὶ ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, λέγων· Μηδὲ εἰς τὴν κώμην εἰσέλθῃς, μηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ κώμῃ.» Φαίνεται ἡ Βηθσαϊδὰ πολλὴν ἀπιστίαν νοσήσασα, διὸ καὶ ταλανίζει αὐτὴν ὁ Χριστός, ὡς ὁ Ματθαῖός φησιν· «Οὐαί σοι, Χοραζίν· οὐαί σοι, Βηθσαϊδά, ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις, αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν μετενόησαν.» Ἐνταῦθα τοίνυν ἐλθόντι τῷ Κυρίῳ, προσάγουσιν αὐτῷ τυφλόν. Οὐ γνησία δὲ ἦν ἡ πίστις τῶν προσαγόντων, ὅθεν καὶ ὁ Κύριος ἀπάγει τὸν τυφλὸν ἐκ τῆς κώμης, καὶ οὕτως ἰᾶται αὐτόν. Πτύει δὲ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ τυφλοῦ, καὶ τὰς χεῖρας ἐπιτίθησιν, ἵνα μάθωμεν ἡμεῖς ὅτι λόγος θεῖος καὶ πρᾶξις ἑπομένη τῷ λόγῳ, τὰ θαύματα τελεῖν δύναται.
Μετάφραση
Κάποιοι νεοφανείς δάσκαλοι, οι οποίοι έλεγαν ότι ο Ηρώδης είναι ο Χριστός, και ότι σε αυτόν πρέπει να πιστεύουν. «Και έρχεται στη Βηθσαϊδά, και του φέρνουν έναν τυφλό, και τον παρακαλούν να τον αγγίξει. Και αφού έπιασε το χέρι του τυφλού, τον έβγαλε έξω από το χωριό. Και αφού έφτυσε στα μάτια του και έβαλε τα χέρια του πάνω του, τον ρωτούσε αν βλέπει τίποτα. Και εκείνος, αφού ανέβλεψε, έλεγε: Βλέπω τους ανθρώπους, διότι τους βλέπω να περπατούν σαν δέντρα. Έπειτα έβαλε πάλι τα χέρια του στα μάτια του και τον έκανε να αναβλέψει. Και αποκαταστάθηκε η όρασή του, και τους έβλεπε όλους καθαρά, και τον έστειλε στο σπίτι του, λέγοντας: Ούτε στο χωριό να μπεις, ούτε να το πεις σε κανέναν μέσα στο χωριό». Φαίνεται ότι η Βηθσαϊδά έπασχε από πολλή απιστία, γι' αυτό και την ταλανίζει ο Χριστός, όπως λέει ο Ματθαίος: «Ουαί σε σένα, Χοραζίν· ουαί σε σένα, Βηθσαϊδά, διότι αν στην Τύρο και στη Σιδώνα είχαν γίνει τα θαύματα που έγιναν σε εσάς, προ πολλού θα είχαν μετανοήσει». Όταν, λοιπόν, ήλθε εδώ ο Κύριος, του φέρνουν έναν τυφλό. Όμως, η πίστη αυτών που τον έφεραν δεν ήταν γνήσια, γι' αυτό και ο Κύριος απομακρύνει τον τυφλό από το χωριό, και με αυτόν τον τρόπο τον θεραπεύει. Φτύνει, δε, στα μάτια του τυφλού και επιθέτει τα χέρια, για να μάθουμε εμείς ότι ο θείος λόγος και η πράξη που ακολουθεί τον λόγο, μπορούν να επιτελούν θαύματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες