Ὁ δὲ Κύριος ἐπηρώτα τὸν πατέρα τοῦ παιδός, «πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ». Ταύτην δὲ τὴν ἐρώτησιν ὑπὸ φιλανθρωπίας ποιεῖται ὁ Κύριος, πρὸς πίστιν καὶ τὴν μετὰ πίστεως δέησιν ἐνάγων αὐτόν. Τοσοῦτο γὰρ ἀπεῖχε τοῦ πιστεύειν ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ὡς μηδὲ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ παιδὸς ἱκετεύειν· διὸ οὐδὲ τοὺς μαθητὰς ἱκέτευσεν ὅλως· «Εἶπον», γάρ φησιν, «αὐτοῖς ἵνα αὐτὸ ἐκβάλλωσιν»· οὐ προσέπεσεν, οὐχ ἱκέτευσεν, οὐκ ἐδεήθη· ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ Κυρίου φαίνεταί πω δεηθείς. Διὰ τοῦτο ἀφεὶς ὁ Κύριος ἐλεεινῶς πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τούτου τὸν παῖδα κείμενον, αὐτὸς ἐκείνῳ προσδιαλέγεται, τὸν χρόνον τοῦ πάθους ἐρωτῶν καὶ πρὸς τὴν αἴτησιν αὐτὸν ἐκκαλούμενος· ὁ δὲ ἀποκρίνεται, παιδιόθεν αὐτῷ συμβῆναι καὶ πολλάκις καὶ εἰς πῦρ ἐμβαλεῖν καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν, καὶ ἐπάγει· «ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν, σπλαγχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς».
Μετάφραση
Ο δε Κύριος ρωτούσε τον πατέρα του παιδιού: «Πόσος χρόνος είναι από τότε που του συνέβη αυτό;». Αυτή δε την ερώτηση την κάνει ο Κύριος από φιλανθρωπία, παρακινώντας τον προς την πίστη και προς την ικεσία με πίστη. Διότι τόσο πολύ απείχε αυτός ο άνθρωπος από το να πιστεύει, ώστε ούτε καν για τη σωτηρία του παιδιού του δεν ικέτευε· γι' αυτό και δεν ικέτευσε καθόλου τους μαθητές· διότι λέει, «Τους είπα να το εκβάλουν»· δεν προσέπεσε, δεν ικέτευσε, δεν παρακάλεσε· αλλά ούτε και τον Κύριο φαίνεται να έχει παρακαλέσει ακόμη. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Κύριος, αφήνοντας το παιδί να κείτεται ελεεινά μπροστά στα μάτια του, συνομιλεί μαζί του, ρωτώντας τον για τον χρόνο της πάθησης και προτρέποντάς τον στο να ζητήσει βοήθεια. Εκείνος δε αποκρίνεται, ότι του συμβαίνει από παιδική ηλικία και ότι πολλές φορές τον έχει ρίξει και σε φωτιά και σε νερά, για να τον εξοντώσει, και προσθέτει: «Αλλά αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας, σπλαχνίσου μας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες