Παγχάλεπον τὸ δαιμόνιον τοῦτο δοκεῖ καὶ ἰταμώτατον εἶναι· τό τε γὰρ σφοδρὸν τῆς ἐπιτιμήσεως καὶ ἡ παραγγελία τοῦ μηκέτι εἰσελθεῖν τὴν ἰταμότητα τοῦ δαιμονίου παρίστησι· χωρὶς γὰρ ταύτης ὡς ἔοικε, καὶ ἐκβληθὲν ἐπανέστρεψεν ἄν. Πολλὴν δὲ καὶ χώραν ἔσχεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ καὶ δυσαποσπάστως εἶχε καὶ κωφὸν καὶ ἄλαλον ἦν, ὡς μὴ ἀρκούσης τῆς φύσεως ὑπηρετεῖσθαι τῇ ὑπερβολῇ τῆς ἐκείνου μανίας, διὸ καὶ πασχούσης ἀναισθησίαν σχεδὸν τελείαν, ἐπεὶ «καὶ κράξαν», φησί, «καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτόν, ἐξῆλθε· ὁ δὲ ἄνθρωπος ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν».
Μετάφραση
Πάρα πολύ σκληρό και εξαιρετικά θρασύ φαίνεται να είναι αυτό το δαιμόνιο. Διότι τόσο η σφοδρότητα της επιτιμήσεως όσο και η εντολή να μην εισέλθει πλέον, φανερώνουν τη θρασύτητα του δαιμονίου. Χωρίς αυτήν, όπως φαίνεται, ακόμα και αν εκδιωκόταν, θα επέστρεφε. Είχε καταλάβει μεγάλο χώρο μέσα στον άνθρωπο, απομακρυνόταν πολύ δύσκολα και ήταν κωφό και άλαλο, καθώς η ανθρώπινη φύση δεν επαρκούσε για να υπηρετήσει την υπερβολική μανία του. Γι' αυτό και έπασχε από σχεδόν τέλεια αναισθησία, επειδή «αφού έκραξε», λέει, «και τον σπάραξε πολύ, βγήκε· και ο άνθρωπος έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί να λένε ότι πέθανε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες