Ἡ κραυγὴ δὲ οὐκ ἀντίκειται πρὸς τὸ ἄλαλον εἶναι τὸ δαιμόνιον· ἡ μὲν γὰρ λαλιὰ φωνή ἐστι σημαντικὴ νοήματός τινος, ἡ δὲ κραυγὴ ἄσημός ἐστι φωνή. Ἀφίεται δὲ τὸ δαιμόνιον καὶ σπαράξαι ἐπὶ τοσοῦτον τὸν ἄνθρωπον καὶ ὡσεὶ νεκρὸν διαθεῖναι, ἵνα φανερὰ γένηται πᾶσα ἡ κακία αὐτοῦ. Ὁ μέντοι Κύριος τῆς χειρὸς τοῦ ἀνθρώπου λαβόμενος ἤγειρεν αὐτὸν καὶ ἀνέστη, δεικνὺς ἐντεῦθεν ὅτι πολλὴν ἔχει τὴν ἐνέργειαν· τὸ μὲν γὰρ τῇ χειρὶ λαβέσθαι κτιστῆς ἦν ἐνεργείας τῆς καθ’ ἡμᾶς, τὸ δὲ ἀναστῆναι τοῦτον ἀπαθῆ κακῶν τῆς ἀκτίστου καὶ θείας καὶ ζωαρχικῆς ἐνεργείας.
Μετάφραση
Η κραυγή όμως δεν αντιτίθεται στο ότι το δαιμόνιο είναι άλαλο· διότι η μεν ομιλία είναι φωνή που δηλώνει κάποιο νόημα, ενώ η κραυγή είναι φωνή χωρίς νόημα. Επιτρέπεται δε στο δαιμόνιο να σπαράξει σε τέτοιο βαθμό τον άνθρωπο και να τον αφήσει σαν νεκρό, προκειμένου να γίνει φανερή όλη η κακία του. Ο Κύριος όμως, πιάνοντας το χέρι του ανθρώπου, τον σήκωσε και εκείνος στάθηκε όρθιος, δείχνοντας από αυτό ότι διαθέτει μεγάλη ενέργεια· διότι το να τον πιάσει από το χέρι ήταν έργο της κτιστής ενέργειας, όμοιας με τη δική μας, ενώ το να τον σηκώσει απαλλαγμένο από τα δεινά ήταν έργο της άκτιστης, θείας και ζωαρχικής ενέργειας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες