Τῶν δὲ μαθητῶν ἐρωτησάντων ἔπειτα κατ’ ἰδίαν, «διατί οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;», πρὸς αὐτοὺς εἶπεν, ὅτι τοῦτο τὸ δαιμόνιον «ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν, εἰμὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Φασὶ μὲν οὖν τινες τὴν προσευχὴν ταύτην καὶ τὴν νηστείαν παρὰ τοῦ πάσχοντος γίνεσθαι δεῖν· οὐκ ἔχει δὲ οὕτως· ὁ γὰρ ἐνεργούμενος ὑπὸ πονηροῦ πνεύματος, καὶ ταῦτα τοιούτου, ὄργανον ὢν ἐκείνου καὶ καταδυναστευόμενος ὑπ’ ἐκείνου, πῶς ἂν ἢ προσεύξαιτο ἢ νηστεύσειεν ἑαυτῷ λυσιτελῶς;
Μετάφραση
Όταν δε οι μαθητές τον ρώτησαν έπειτα κατ' ιδίαν, «γιατί δεν μπορέσαμε εμείς να το βγάλουμε;», τους είπε ότι αυτό το δαιμόνιο «με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορεί να βγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία». Λένε λοιπόν μερικοί ότι αυτή η προσευχή και η νηστεία πρέπει να γίνεται από τον ίδιο τον πάσχοντα· δεν έχουν όμως έτσι τα πράγματα. Διότι αυτός που ενεργείται από πονηρό πνεύμα, και μάλιστα τέτοιου είδους, όντας όργανό του και καταδυναστευόμενος από αυτό, πώς θα μπορούσε να προσευχηθεί ή να νηστέψει επωφελώς για τον εαυτό του;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες