Καὶ Ἰωάννου δὲ καὶ Ἠλίου οὐδὲν ἦν τὸ μέσον, ἢ ὁ χρόνος μόνος. Πῶς οὖν τότε πιστεύσουσι; φησί. Καὶ γὰρ ἀποκαταστήσει πάντα, οὐ διὰ τὸ γνώριμος εἶναι μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ διαταθῆναι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐπὶ πλέον τοῦ Χριστοῦ τὴν δόξαν, καὶ παρὰ πᾶσιν εἶναι τοῦ ἡλίου φανερωτέραν. Ὅταν οὖν τοσαύτης προλαβούσης ὑπολήψεως καὶ προσδοκίας, ἔλθῃ ἐκεῖνος τὰ αὐτὰ κηρύττων τούτῳ, καὶ ἀναγγέλλων καὶ αὐτὸς τὸν Ἰησοῦν, εὐκολώτερον δέξονται τὰ λεγόμενα. Ὅταν δὲ εἴπῃ, Οὐκ ἔγνωσαν αὐτὸν, καὶ ὑπὲρ τῶν καθ᾽ ἑαυτὸν ἀπολογεῖται. Καὶ οὐ ταύτῃ αὐτοὺς μόνον παραμυθεῖται, ἀλλὰ καὶ τῷ δεῖξαι ἀδίκως παρ᾽ αὐτῶν πάσχοντα ἅπερ πάσχει, καὶ τῷ τὰ λυπηρὰ δύο συγκαλύψαι σημείοις, τῷ τε ἐν τῷ ὄρει, καὶ τῷ μέλλοντι γίνεσθαι. Ταῦτα δὲ ἀκούσαντες, οὐκ ἐρωτῶσιν αὐτὸν, πότε ἔρχεται Ἠλίας, ἢ τῇ ἀθυμίᾳ πιεζόμενοι τοῦ πάθους, ἢ δεδοικότες. Πολλαχοῦ γὰρ ὅταν ἴδωσι μὴ βουλόμενόν τι σαφῶς εἰπεῖν, σιγῶσι λοιπόν. Ὅτε γοῦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ διατριβόντων εἶπε, Μέλλει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, ἐπήγαγεν, ὁ Μάρκος μὲν, ὅτι Ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐρωτῆσαι· ὁ Λουκᾶς δὲ, ὅτι Ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ᾽ αὐτῶν, ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτοῦ, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐρωτῆσαι περὶ τοῦ ῥήματος.
Μετάφραση
Και μεταξύ του Ιωάννη και του Ηλία καμία διαφορά δεν υπήρχε, παρά μόνο ο χρόνος. Πώς λοιπόν τότε θα πιστέψουν; λέει. Διότι, πράγματι, θα τα αποκαταστήσει όλα, όχι μόνο επειδή είναι γνωστός, αλλά και επειδή μέχρι εκείνη την ημέρα θα έχει εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο η δόξα του Χριστού και θα είναι σε όλους πιο φανερή και από τον ήλιο. Όταν, λοιπόν, αφού έχει προηγηθεί τέτοια μεγάλη υπόληψη και προσδοκία, έλθει εκείνος κηρύττοντας τα ίδια με αυτόν, και αναγγέλλοντας και ο ίδιος τον Ιησού, θα αποδεχθούν ευκολότερα τα λεγόμενά του. Όταν δε λέει: «Δεν τον γνώρισαν», υπερασπίζεται έμμεσα και τα όσα αφορούν τον εαυτό του. Και δεν τους παρηγορεί μόνο με αυτό, αλλά και με το να δείξει ότι αδίκως πάσχει από αυτούς όσα πάσχει, καθώς και με το να συγκαλύψει τα λυπηρά γεγονότα μέσω δύο σημείων: αυτού που συνέβη στο όρος και αυτού που επρόκειτο να γίνει. Ακούγοντας δε αυτά, δεν τον ρωτούν πότε έρχεται ο Ηλίας, είτε επειδή καταπιέζονταν από την αθυμία του πάθους, είτε επειδή φοβούνταν. Διότι σε πολλές περιπτώσεις, όταν βλέπουν ότι δεν επιθυμεί να πει κάτι ξεκάθαρα, καταλήγουν να σιωπούν. Όταν, λοιπόν, ενώ διέτριβαν στη Γαλιλαία, τους είπε: «Ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί και θα τον σκοτώσουν», ο μεν Μάρκος προσέθεσε ότι: «Αγνοούσαν το νόημα του λόγου και φοβούνταν να τον ρωτήσουν», ο δε Λουκάς ότι: «Ήταν συγκαλυμμένο από αυτούς, ώστε να μην το αντιληφθούν, και φοβούνταν να τον ρωτήσουν για τον λόγο αυτόν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες