Πεπολέμηκε δὲ, ὡς ἔφην, καὶ τῇ τῶν Ἰουδαίων Συναγωγῇ κατὰ καιροὺς ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, καὶ τῆς εἰς Χριστὸν ἀσεβείας ἐπράττετο δίκας, γυμνὴν καὶ ἀσχήμονα ἀναδεικνύων καὶ τῆς ἄνωθεν περιστολῆς ἀμοιροῦσαν παντελῶς. καὶ τοῦτο προανεφώνει διὰ φωνῆς Ὠσηὲ, λέγων “Διὰ τοῦτο ἐπιστρέψω ”καὶ κομιοῦμαι τὸν σῖτόν μου καθ᾽ ὥραν αὐτοῦ καὶ τὸν “οἶνόν μου ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καὶ ἀφελοῦμαι τὰ ἱμάτιά μου ”καὶ τὰ ὀθόνιά μου τοῦ μὴ καλύπτειν τὴν αἰσχύνην αὐτῆς· “καὶ νῦν ἀποκαλύψω τὴν ἀκαθαρσίαν αὐτῆς ἐναντίον τῶν ”ἐραστῶν αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς οὐ μὴ ἐξέληται αὐτὴν ἐκ χειρός “μου.” ἡ μὲν γὰρ ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησία δοξολογήσει λέγουσα “Ἀγαλλιάσθω ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ· ἐνέδυσε γάρ με ”ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης·” ἡ δὲ, ὡς ἔφην, γυμνὴ καὶ ἀσχήμων καὶ ἀκαλλὴς ὁρᾶται λοιπὸν καὶ τῶν θείων χαρισμάτων οὐκ ἔχουσα τὴν περιστολὴν, γέγονε δὲ καὶ εἰς παράδειγμα καὶ βδελυρωτάτη, καὶ πᾶν εἶδος νοσοῦσα κοσμικῆς ἀκαθαρσίας. <Καὶ ἔσται, πᾶς ὁ ὁρῶν σε καταβήσεται ἀπὸ σοῦ καὶ ἐρεῖ Δειλαία Νινευῒ, τίς στενάξει αὐτήν; πόθεν ζητήσω παράκλησιν αὐτῇ;> Εἴ τις, φησὶ, τῶν πάλαι προεγνωκότων τὰς σὰς δυναστείας πεσοῦσάν τε καὶ ἠρημωμένην καταθεάσαιτο, κατοιμώξει μέγα καὶ ἀποφοιτήσει γοργῶς, ἐκεῖνο λέγων Τίς στενάξει αὐτήν; ὡς γὰρ ὄντος οὐδενὸς, ἤγουν ὑπολελειμμένου, τοῦ κἂν οἵου τε ὄντος καταθρῆσαι μόνον, τὰ τοιάδε φησί.
Μετάφραση
Πολέμησε δε, όπως είπα, και τη Συναγωγή των Ιουδαίων κατά καιρούς ο Θεός των όλων, και επέβαλε τιμωρία για την ασέβεια απέναντι στον Χριστό, αναδεικνύοντάς την γυμνή και άσχημη και εντελώς στερημένη από την άνωθεν περιβολή. Και αυτό το προανήγγειλε διαμέσου της φωνής του Ωσηέ, λέγοντας: «Γι' αυτό θα επιστρέψω και θα πάρω πίσω τον σίτο μου στην εποχή του και τον οίνο μου στον καιρό του, και θα αφαιρέσω τα ιμάτιά μου και τα λινά μου υφάσματα, ώστε να μην καλύπτουν την αισχύνη της· και τώρα θα αποκαλύψω την ακαθαρσία της ενώπιον των εραστών της, και κανένας δεν πρόκειται να την γλυτώσει από το χέρι μου». Διότι η μεν Εκκλησία που προήλθε από τα έθνη θα δοξολογήσει λέγοντας: «Ας αγαλλιάσει η ψυχή μου για τον Κύριο· διότι με ενέδυσε με ιμάτιο σωτηρίας και με χιτώνα ευφροσύνης»· η δε, όπως είπα, φαίνεται πλέον γυμνή και άσχημη και δίχως κάλλος, μη έχοντας την περιβολή των θείων χαρισμάτων, έγινε δε και παράδειγμα προς αποφυγή και βδελυρότατη, πάσχοντας από κάθε είδους κοσμική ακαθαρσία. <Και θα συμβεί, καθένας που σε βλέπει θα απομακρυνθεί από εσένα και θα πει: Άθλια Νινευή, ποιος θα την θρηνήσει; Από πού να ζητήσω παρηγοριά για αυτήν;> Εάν κάποιος, λέγει, από εκείνους που γνώριζαν από παλιά τη δύναμή σου σε δει πεσμένη και ερημωμένη, θα θρηνήσει δυνατά και θα απομακρυνθεί γοργά, λέγοντας το εξής: Ποιος θα την θρηνήσει; Τα λέει αυτά, επειδή δεν υπάρχει πλέον κανένας, δηλαδή δεν έχει απομείνει κανένας που να μπορεί έστω και μόνο να τη θρηνήσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες