οὐκοῦν ἐκέλευέ ποτε τῷ πανσόφῳ Μωυσῇ Κύριος ὁ Θεὸς ἄνδρας πρεσβυτέρους ἐκ τῆς τῶν Ἰουδαίων συναγωγῆς ἐπιλέξασθαι τὸν ἀριθμὸν ἑβδομήκοντα, ἐπηγγέλλετό τε σαφῶς ὅτι “ἀφελῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπὶ σοὶ καὶ ”ἐπιθήσω αὐτοῖς.” καὶ δὴ συνεκόμισεν ὁ Μωυσῆς καὶ τὸ θεῖον ἐπλήρου θέσπισμα. δύο γεμὴν ἀπελείφθησαν μόνοι τῶν ἐντεταγμένων τῷ ἀριθμῷ τῶν ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρων, καὶ ἀπέμειναν ἐν τῇ συναγωγῇ Ἐλδὰδ καὶ Μωδάδ. εἶτα τὸ θεῖον ἅπασιν ἐπιθέντος πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἤδη δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν, προεφήτευον μὲν παραχρῆμα λαβόντες τὴν χάριν, οἱ συνενεχθέντες διὰ Μωυσέως· προεφήτευον δὲ οὐδὲν ἧττον καὶ οἱ δύο πάλιν οἱ ἐν τῇ συναγωγῇ, φθανούσης καὶ ἐπ᾽ αὐτοὺς τῆς ἄνωθεν χάριτος. καὶ γοῦν Ἰησοῦς ὁ καλούμενος τοῦ Ναυῆ, Μωυσῇ προσεδρεύων ἀεὶ, καὶ τὴν τοῦ μυστηρίου δύναμιν ἀγνοήσας παραχρῆμα, οἰηθεὶς δὲ ὅτι κατὰ μίμησιν Δαθάν τε καὶ Ἀβειρὼν ἀντιπροφητεύουσι καὶ οὗτοι τοῖς συνενεχθεῖσι διὰ Μωυσέως, ἔφη πρὸς αὐτόν “Ἐλδὰδ καὶ Μωδὰδ προφητεύουσιν ἐν τῇ παρ- ”εμβολῇ, κύριέ μου Μωυσῆ κώλυσον αὐτούς.” καὶ τί πρὸς ταῦτά φησιν ὁ σοφὸς ὄντως ἐκεῖνος καὶ μέγας, τῆς δοθείσης αὐτοῖς χάριτος τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν τοῦ Πνεύματος δύναμιν ἐννοήσας, ὡς σοφός “Μὴ ζηλοῖς σὺ ἐμοί; τίς γὰρ ”δοίη τῷ λαῷ Κυρίου προφήτας, ὅταν δῷ Κύριος τὸ “Πνεῦμα αὐτοῦ ἐπ᾽ αὐτούς;”
Μετάφραση
Λοιπόν, κάποτε ο Κύριος και Θεός διέταξε τον πάνσοφο Μωυσή να επιλέξει από τη συναγωγή των Ιουδαίων άνδρες πρεσβυτέρους, εβδομήντα τον αριθμό, και υποσχέθηκε σαφώς ότι «θα πάρω από το πνεύμα που είναι επάνω σου και θα το θέσω επάνω τους». Και πράγματι ο Μωυσής τους συγκέντρωσε και εκπλήρωσε το θείο πρόσταγμα. Δύο όμως μόνο από τους πρεσβυτέρους που είχαν ενταχθεί στον αριθμό των εβδομήντα απουσίασαν, και παρέμειναν στη συναγωγή, ο Ελδάδ και ο Μωδάδ. Έπειτα, όταν ο Θεός έθεσε σε όλους το θείο πνεύμα σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε ήδη δοθεί, προφήτευαν αμέσως λαμβάνοντας τη χάρη όσοι είχαν συγκεντρωθεί από τον Μωυσή· αλλά προφήτευαν εξίσου και οι άλλοι δύο που βρίσκονταν στη συναγωγή, καθώς η άνωθεν χάρη έφτασε και σε αυτούς. Και μάλιστα ο Ιησούς του Ναυή, ο οποίος βρισκόταν διαρκώς κοντά στον Μωυσή, επειδή προς στιγμήν αγνόησε τη δύναμη του μυστηρίου και νόμισε ότι, μιμούμενοι τον Δαθάν και τον Αβειρών, προφητεύουν και αυτοί ανταγωνιστικά προς εκείνους που είχαν συγκεντρωθεί από τον Μωυσή, του είπε: «Ο Ελδάδ και ο Μωδάδ προφητεύουν μέσα στην παρεμβολή· κύριέ μου Μωυσή, εμπόδισέ τους». Και τι απαντά σε αυτά εκείνος ο όντως σοφός και μέγας, έχοντας κατανοήσει, ως σοφός που ήταν, την ενέργεια της χάριτος που τους δόθηκε και τη δύναμη του Πνεύματος; «Μήπως εσύ ζηλεύεις για χάρη μου; Μακάρι να γίνονταν προφήτες όλος ο λαός του Κυρίου, όταν ο Κύριος δώσει το Πνεύμα του επάνω τους;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες