καὶ εἶχεν ὁ Ἰωάννης ἔνδυμα ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ. καὶ τὸ βρῶμα αὐτοῦ, φησί, μέλι ἄγριον, οὗ ἡ γεῦσις ἡ τοῦ μάννα, ὡς ἐγκρὶς ἐν ἐλαίῳ»· ἵνα δῆθεν μεταστρέψωσι τὸν τῆς ἀληθείας λόγον εἰς ψεῦδος καὶ ἀντὶ ἀκρίδων ποιήσωσιν ἐγκρίδα ἐν μέλιτι. ἡ δὲ ἀρχὴ τοῦ παρ᾽ αὐτοῖς εὐαγγελίου ἔχει ὅτι «ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου βασιλέως τῆς Ἰουδαίας 〈ἐπὶ ἀρχιερέως Καϊάφα〉, ἦλθέν 〈τις〉 Ἰωάννης 〈ὀνόματι〉 βαπτίζων βάπτισμα μετανοίας ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ, ὃς ἐλέγετο εἶναι ἐκ γένους Ἀρὼν τοῦ ἱερέως, παῖς Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ, καὶ ἐξήρχοντο πρὸς αὐτὸν πάντες». καὶ μετὰ τὸ εἰπεῖν πολλὰ ἐπιφέρει ὅτι «τοῦ λαοῦ βαπτισθέντος ἦλθεν καὶ Ἰησοῦς καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου. καὶ ὡς ἀνῆλθεν ἀπὸ τοῦ ὕδατος, ἠνοίγησαν οἱ οὐρανοὶ καὶ εἶδεν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν εἴδει περιστερᾶς, κατελθούσης καὶ εἰσελθούσης εἰς αὐτόν. καὶ φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσα· σύ μου εἶ ὁ υἱὸς ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ ηὐδόκησα, καὶ πάλιν· ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε. καὶ εὐθὺς περιέλαμψε τὸν τόπον φῶς μέγα. ὃ ἰδών, φησίν, ὁ Ἰωάννης λέγει αὐτῷ· σὺ τίς εἶ, κύριε; καὶ πάλιν φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ πρὸς αὐτόν· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐφ᾽ ὃν ηὐδόκησα. καὶ τότε, φησίν, ὁ Ἰωάννης προσπεσὼν αὐτῷ ἔλεγεν· δέομαί σου, κύριε, σύ με βάπτισον.
Μετάφραση
«Και ο Ιωάννης φορούσε ένδυμα από τρίχες καμήλας και δερμάτινη ζώνη γύρω από τη μέση του. Και η τροφή του, λέει, ήταν άγριο μέλι, του οποίου η γεύση ήταν όπως του μάννα, σαν εγκρίδα μέσα σε λάδι»· για να διαστρέψουν τάχα τον λόγο της αλήθειας σε ψέμα και αντί για ακρίδες να βάλουν εγκρίδα μέσα σε μέλι. Η αρχή, δε, του ευαγγελίου που έχουν αυτοί έχει ως εξής: «Συνέβη κατά τις ημέρες του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας 〈επί αρχιερέως Καϊάφα〉, να έλθει 〈κάποιος〉 ονόματι Ιωάννης, τελώντας βάπτισμα μετανοίας στον Ιορδάνη ποταμό, ο οποίος λεγόταν ότι καταγόταν από το γένος του ιερέα Ααρών, γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, και όλοι έβγαιναν προς αυτόν». Και αφού αναφέρει πολλά, προσθέτει ότι «όταν βαπτίστηκε ο λαός, ήλθε και ο Ιησούς και βαπτίστηκε από τον Ιωάννη. Και καθώς ανέβηκε από το νερό, άνοιξαν οι ουρανοί και είδε το Άγιο Πνεύμα με μορφή περιστεριού, να κατέρχεται και να εισέρχεται σε αυτόν. Και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: "Εσύ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα", και πάλι: "Εγώ σήμερα σε γέννησα". Και αμέσως ένα μεγάλο φως περιέλαμψε τον τόπο. Βλέποντάς το αυτό, λέει, ο Ιωάννης του λέει: "Εσύ ποιος είσαι, Κύριε;" Και πάλι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό προς αυτόν: "Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα". Και τότε, λέει, ο Ιωάννης έπεσε στα πόδια του και έλεγε: "Σε παρακαλώ, Κύριε, εσύ βάπτισέ με"».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες