Πρόσωπον γὰρ καὶ εἰκὼν τοῦ Πατρὸς καὶ τῆς οὐσίας ὁ χαρακτήρ, τίς ἂν ἕτερος εἴη παρὰ τὸν ἐξ αὐτοῦ πεφηνότα Λόγον, δι᾽ οὗ καὶ γνωρίζεται τοῖς ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ἐν ἰδίᾳ δόξῃ καταστράπτων τὰ σύμπαντα; Τοιγάρτοι καὶ προσεφώνει ποτὲ τῷ πανσόφῳ Μωσεῖ· «Ἀλλὰ ζῶ ἐγώ, καὶ Ζῶν τὸ ὄνομά μου, καὶ ἐμπλήσει ἡ δόξα Κυρίου πᾶσαν τὴν γῆν.» Ἐμπέπλησται γὰρ τὰ πάντα Χριστοῦ, ὤφθη δὲ ἡμῖν ἐν αὐτῷ. Καὶ τοῦτο εἰδώς, ἔφη πάλιν ὁ θεῖος Δαβὶδ ὅτι «Οἰκοδομήσει Κύριος τὴν Σιών, καὶ ὀφθήσεται ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ.» Ὤφθη γὰρ ἡμῖν ἐν Υἱῷ λέγοντι σαφῶς· «Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα.» Β. Ἕψεται δὴ οὖν, εἴπερ ἐστὶν ἀληθῶς ἰδία δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ὁ Υἱός, τὸ δεῖν εἶναι κατὰ φύσιν αὐτὸν Κύριον μὲν τῶν ὅλων, βασιλέα δὲ οὐχ ἑτέρως ἢ ὥσπερ ἂν εἴη καὶ αὐτὸς ὁ Πατήρ. Εἶτα τί δή ποτε διὰ τῆς τοῦ Ψάλλοντος φωνῆς ἔφη πάλιν· «Ἐγὼ δὲ κατεστάθην βασιλεὺς ὑπ᾽ αὐτοῦ;» Κύριον δὲ καὶ Χριστὸν πεποιῆσθαι σαφῶς παρὰ τοῦ Πατρὸς αὐτὸν ὁ σοφὸς ἡμῖν προσμεμαρτύρηκε μαθητής. Α. Ἆρ᾽ οὖν. ὦ φιλέταιρε, φράσαις ἂν ὡς ἄριστά γε μελλήσας οὐδὲν εἴ τί περ ἑλοίμην ἀναπυθέσθαι σου; Β. Πῶς γὰρ οὔ; Α. Τὸ κεκλημένον εἰς κυριότητα καὶ ἀσυνήθως εἰς τοῦτο παρενεχθέν, ἆρ᾽ οὐκ ἂν νοεῖσθαι πρέποι Κύριον οὐκ εἶναί ποτε; Οὐδὲν γὰρ ἂν ἔκ γε τοῦ εἶναι τοῦθ᾽ ὅπερ ἐστὶν ὡς ἐφ᾽ ἕτερόν τι πάλιν ἐπ᾽ αὐτὸ βαδιεῖταί τι. Β. Οὐ γὰρ οὖν. Α.
Μετάφραση
Διότι, ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι πρόσωπο και εικόνα του Πατέρα και χαρακτήρας της ουσίας του, παρά ο Λόγος που φανερώθηκε από αυτόν, μέσω του οποίου και γνωρίζεται στους επιγείους, καθώς καταλάμπει τα σύμπαντα με τη δική του δόξα; Γι' αυτό, άλλωστε, μίλησε κάποτε και στον πάνσοφο Μωυσή: «Αλλά ζω εγώ, και Ζων είναι το όνομά μου, και η δόξα του Κυρίου θα γεμίσει όλη τη γη». Διότι τα πάντα έχουν γεμίσει από τον Χριστό, και μέσω αυτού φανερώθηκε σε εμάς. Και γνωρίζοντάς το αυτό, ο θείος Δαβίδ είπε πάλι ότι: «Θα οικοδομήσει ο Κύριος τη Σιών, και θα εμφανιστεί μέσα στη δόξα του». Διότι εμφανίστηκε σε εμάς στο πρόσωπο του Υιού που λέει καθαρά: «Εκείνος που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα». Β. Επομένως, αν ο Υιός είναι πράγματι η ίδια η δόξα του Θεού και Πατέρα, έπεται ότι κατά φύση πρέπει να είναι Κύριος των πάντων, και βασιλιάς όχι με διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι θα ήταν και ο ίδιος ο Πατέρας. Τότε, γιατί άραγε μέσω της φωνής του Ψαλμωδού είπε πάλι: «Εγώ δε εγκαταστάθηκα βασιλιάς από αυτόν;» Και ο σοφός μαθητής μάς μαρτύρησε ξεκάθαρα ότι έχει κατασταθεί Κύριος και Χριστός από τον Πατέρα. Α. Άραγε λοιπόν, φίλε μου, θα μπορούσες να μου απαντήσεις όσο το δυνατόν καλύτερα, χωρίς καμία καθυστέρηση, αν επιθυμούσα να σε ρωτήσω κάτι; Β. Πώς όχι; Α. Εκείνο που καλείται σε κυριότητα και με ασυνήθιστο τρόπο μεταφέρεται σε αυτήν, δεν θα έπρεπε άραγε να νοηθεί ότι δεν ήταν ποτέ πριν Κύριος; Διότι τίποτα δεν θα μπορούσε από το να είναι αυτό που είναι, να βαδίσει ξανά προς αυτό ως κάτι διαφορετικό. Β. Βεβαίως όχι. Α.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες