Ἐπάταξεν αὐτὴν ὁ Μωϋσῆς λέγων· Μὴ ἐκ τῆς πέτρας ταύτης ἐξάξομεν ὕδωρ ὑμῖν; Καὶ ἐξῆλθεν ὕδωρ. Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν καὶ Ἀαρών· Ὅτι οὐκ ἐπιστεύσατέ μοι ἁγιάσαι με ἐναντίον τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ, διὰ τοῦτο οὐκ εἰσάξετε ὑμεῖς τὴν συναγωγὴν ταύτην εἰς τὴν γῆν, ἣν ἔδωκα αὐτοῖς. Πρεσβεύεται Μωϋσῆς πρὸς τὸν βασιλέα Ἐδὼμ, ἵνα ἀφῇ αὐτούς· ὁ δὲ οὐ συνεχώρησε· καὶ ἐξέκλιναν ἀπ᾽ αὐτοῦ υἱοὶ Ἰσραήλ. Ὡς δὲ ἦλθον εἰς Ὢρ τὸ ὄρος, κελεύσαντος τοῦ Θεοῦ, λαβὼν Μωϋσῆς τὸν Ἀαρὼν καὶ Ἐλεάζαρ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ἀνήγαγεν εἰς τὸ ὄρος· καὶ ἐνέδυσε τὸν Ἐλεάζαρ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ. Ὁ δὲ Ἀαρὼν ἀπέθανεν ἐν τῷ ὄρει. Καὶ ἔκλαυσεν ὁ λαὸς τριάκοντα ἡμέρας. Εἷλον τὸν Χαναναῖον, καὶ ἀνεθεμάτισαν αὐτόν. Ἐλθόντες δὲ ἐπὶ θάλασσαν Ἐρυθρὰν, ἐκύκλουν τὴν γῆν Ἐδὼμ, καὶ ὠλιγοψύχουν, καὶ κατεγόγγυζον Μωϋσῇ· καὶ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς ἐπ᾽ αὐτοὺς ὄφεις θανατοῦντας. Καὶ ηὔξατο Μωϋσῆς· καὶ ἐποίησε χαλκοῦν ὄφιν, προσταχθεὶς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ δακνόμενος, ἡνίκα ἀνέβλεψεν εἰς τὸν ὄφιν, ἔζη Περὶ τούτου τοῦ ὄφεως εἴρηται ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ· Καθὼς ὕψωσε Μωϋσῆς τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτω δεῖ ὑψωθῆναι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Πρεσβεύεται Μωϋσῆς πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Ἀμοῤῥαίων τὸν Σηών. Οὗτος δὲ ὁ Σηὼν πολεμήσας πρότερον τὸν βασιλέα Μωὰβ, ἔλαβε τὴν γῆν αὐτοῦ.
Μετάφραση
Την χτύπησε ο Μωυσής λέγοντας: «Μήπως από την πέτρα αυτή θα σας βγάλουμε νερό;» Και βγήκε νερό. Και είπε ο Κύριος προς τον Μωυσή και τον Ααρών: «Επειδή δεν με πιστέψατε, ώστε να με αγιάσετε ενώπιον των υιών του Ισραήλ, γι' αυτόν τον λόγο δεν θα εισαγάγετε εσείς τη συναγωγή αυτή στη γη που τους έδωσα». Αποστέλλει πρέσβεις ο Μωυσής προς τον βασιλιά του Εδώμ, για να τους επιτρέψει τη διέλευση· εκείνος όμως δεν το επέτρεψε, και οι υιοί του Ισραήλ απομακρύνθηκαν από αυτόν. Όταν δε ήλθαν στο όρος Ωρ, κατόπιν προσταγής του Θεού, ο Μωυσής, αφού πήρε τον Ααρών και τον Ελεάζαρ, τον γιο του, τους ανέβασε στο όρος· και έντυσε τον Ελεάζαρ με τα ενδύματά του [του Ααρών]. Ο δε Ααρών πέθανε στο όρος. Και τον έκλαψε ο λαός για τριάντα ημέρες. Κατέλαβαν τον Χαναναίο και τον αναθεμάτισαν. Όταν έφτασαν στην Ερυθρά Θάλασσα, περικύκλωναν τη γη του Εδώμ, και ολιγοψύχησαν και γόγγυζαν κατά του Μωυσή· και έστειλε ο Θεός εναντίον τους θανατηφόρους όφεις. Και προσευχήθηκε ο Μωυσής· και κατασκεύασε έναν χάλκινο όφι, καθώς είχε προσταχθεί από τον Θεό. Και όποιος δαγκωνόταν, όταν έστρεφε το βλέμμα του προς τον όφι, έμενε ζωντανός. Για τον όφι αυτόν έχει γραφτεί στο Ευαγγέλιο: «Όπως ο Μωυσής ύψωσε τον όφι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου». Αποστέλλει πρέσβεις ο Μωυσής προς τον βασιλιά των Αμορραίων, τον Σηών. Αυτός δε ο Σηών, έχοντας πολεμήσει πρωτύτερα τον βασιλιά του Μωάβ, είχε πάρει τη γη του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες