ΤΙΤΛ. Εʹ. —Ὅτι χρὴ μᾶλλον φοβεῖσθαι Θεὸν ἢ ἀνθρώπους. «Ἐφοβήθησαν αἱ μαῖαι τὸν Θεὸν, καὶ οὐκ ἐποίησαν καθὰ συνέταξεν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς Αἰγύπτου, καὶ ἐζωογόνουν τὰ ἄῤῥενα.» «Ἀπεκρίθη Βαλαὰμ, καὶ εἶπεν τοῖς ἄρχουσι Βαλάκ· Ἐὰν δῷ μοι Βαλὰκ πλήρη τὸν οἶκον αὐτοῦ ἀργυρίου καὶ χρυσίου, οὐ δυνήσομαι παραβῆναι τὸ ῥῆμα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ, τοῦ ποιῆσαι αὐτὸ μικρὸν ἢ μέγα ἐν τῇ διανοίᾳ μου.» «Εἶπεν Ἀμεσίας τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ· Καὶ τί ποιήσω τὰ ἑκατὸν τάλαντα ἃ ἔδωκα τῇ δυνάμει Ἰσραήλ; Καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ· Ἔστι τῷ Κυρίῳ δοῦναί σοι πλείονα τούτων. Καὶ διεχώρισεν Ἀμεσίας τῇ δυνάμει τῇ ἐλθούσῃ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ Ἐφραῒμ ἀπελθεῖν εἰς τὸν τόπον αὐτῶν.» Σχόλ. Ἀμεσία τοῦ βασιλέως ἑκατὸν χιλιάδας μισθωσαμένου ἀπὸ Ἰσραὴλ, καὶ δεδωκότος ἑκατὸν τάλαντα ἀργυρίου, ὁ προφήτης Κυρίου ἐλθὼν, εἴρηκεν αὐτῷ μὴ λαβεῖν τοὺς μισθωθέντας εἰς συμμαχίαν ἐπὶ πόλεμον. Καὶ περιφρονήσας τῶν ἑκατὸν ταλάντων, Θεῷ ἐπείσθη, καὶ νίκην αὐτῷ ὑπακοὴ προεξένησεν. «Εἶπον οἱ πρεσβύτεροι πρὸς Σουσάνναν· Ἰδοὺ αἱ θύραι τοῦ παραδείσου κεκλεισμέναι, καὶ οὐδεὶς θεωρεῖ ἡμᾶς· καὶ ἐν ἐπιθυμίᾳ σού ἐσμεν. Διὸ συγκατάθου ἡμῖν, καὶ γενοῦ μεθ᾽ ἡμῶν. Εἰ δὲ μὴ, καταμαρτυρήσομέν σου, ὅτι ἦν μετὰ σοῦ νεανίσκος, καὶ διὰ τοῦτο ἐξαπέστειλας τὰ κοράσια ἀπὸ σοῦ. Καὶ ἀπεστέναξε Σουσάννα, καὶ εἶπεν· Στενά μοι πάντοθεν.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Εʹ. — Ότι πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο τον Θεό παρά τους ανθρώπους. «Φοβήθηκαν οι μαίες τον Θεό, και δεν έκαναν όπως τους διέταξε ο βασιλιάς της Αιγύπτου, αλλά άφηναν ζωντανά τα αρσενικά βρέφη.» «Αποκρίθηκε ο Βαλαάμ και είπε στους άρχοντες του Βαλάκ: Εάν μου δώσει ο Βαλάκ τον οίκο του γεμάτο από ασήμι και χρυσάφι, δεν θα μπορέσω να παραβώ τον λόγο του Κυρίου του Θεού, ώστε να κάνω κάτι μικρό ή μεγάλο κατά τη δική μου βούληση.» «Είπε ο Αμασίας στον άνθρωπο του Θεού: Και τι θα κάνω με τα εκατό τάλαντα που έδωσα στον στρατό του Ισραήλ; Και είπε ο άνθρωπος του Θεού: Ο Κύριος μπορεί να σου δώσει περισσότερα από αυτά. Και ο Αμασίας αποχώρισε τον στρατό που είχε έρθει σε αυτόν από τον Εφραίμ, για να επιστρέψουν στον τόπο τους.» Σχόλιο: Όταν ο βασιλιάς Αμασίας μίσθωσε εκατό χιλιάδες στρατιώτες από τον Ισραήλ και έδωσε εκατό τάλαντα αργυρίου, ο προφήτης του Κυρίου ήλθε και του είπε να μην πάρει τους μισθοφόρους ως συμμάχους στον πόλεμο. Και αφού αψήφησε τα εκατό τάλαντα, υπάκουσε στον Θεό, και η υπακοή του αυτή του χάρισε τη νίκη. «Είπαν οι πρεσβύτεροι στη Σωσάννα: Ιδού οι θύρες του κήπου είναι κλειστές, και κανείς δεν μας βλέπει· και σε επιθυμούμε. Γι' αυτό συγκατάνευσε σε εμάς, και συνευρέσου μαζί μας. Αν όμως δεν το κάνεις, θα καταθέσουμε εναντίον σου, ότι ήταν μαζί σου ένας νεανίσκος, και γι' αυτό τον λόγο έδιωξες από κοντά σου τις υπηρέτριες. Και αναστέναξε η Σωσάννα και είπε: Βρίσκομαι σε αδιέξοδο από παντού.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες