Οὐχ οὕτως (φησὶν) ἡ μαντεία σου, οὐχ οὕτως. Μετεπέμψατο γὰρ Βαλὰκ, υἱὸς Σεπφὼρ, βασιλεὺς Μωὰβ, τὸν Βαλαὰμ τὸν μάντιν, οὗ τὰ μαντεῖα ἐν ταῖς χερσὶν ἦν, καὶ εἶπεν· Ἐπάρασαί μοι τὸν λαὸν τοῦτον. Οὐχ οὕτως οὖν ἀπήτησε τὰ μαντεῖα, αὐτοῦ ἀποκριναμένου τοῦ Βαλαάμ· Τί ἀράσομαι ὃν μὴ ἀρᾶται Κύριος; καὶ τί καταράσομαι, ὃν μὴ καταρᾶται ὁ Θεός; —Εἶτα προφητεύει ὀλολυγμὸν τῇ Μωαβίτιδι· Ὀλολύξει γὰρ (φησὶν) Μωάβ· ἐν γὰρ τῇ Μωαβίτιδι πάντες ὀλολύξουσιν. Ἐπεὶ οὖν ὁ ὀλολυγμὸς φωνὴ ὀδυνηρά ἐστιν ὑπὸ γυναικῶν, ὡς τὰ πολλὰ, ἐν πένθει βαρυτάτῳ κεκρατημένων ἀφιεμένη, δείκνυσι καὶ τῆς πληγῆς τὸ ἀλγεινὸν καὶ τῶν πασχόντων τὸ ἀσθενὲς, ἐκ τοῦ λέγειν ὅτι Ὀλολύξει Μωάβ.
Μετάφραση
Δεν είναι έτσι, λέει, η μαντεία σου, δεν είναι έτσι. Διότι προσκάλεσε ο Βαλάκ, ο υιός του Σεπφώρ, ο βασιλιάς του Μωάβ, τον Βαλαάμ τον μάντη, του οποίου τα μαντεία ήταν στα χέρια του, και του είπε: «Καταράσου για χάρη μου αυτόν τον λαό». Δεν ανταποκρίθηκαν, λοιπόν, έτσι τα μαντεία, αφού ο ίδιος ο Βαλαάμ αποκρίθηκε: «Τι να καταραστώ, αυτόν που δεν καταριέται ο Κύριος; Και τι να αναθεματίσω, αυτόν που δεν αναθεματίζει ο Θεός;». —Έπειτα προφητεύει ολολυγμό για τη Μωαβίτιδα: «Διότι θα ολολύξει», λέει, «ο Μωάβ· διότι μέσα στη Μωαβίτιδα όλοι θα ολολύξουν». Επειδή, λοιπόν, ο ολολυγμός είναι μια οδυνηρή κραυγή που, ως επί το πλείστον, βγαίνει από γυναίκες οι οποίες κατέχονται από βαρύτατο πένθος, καταδεικνύει και το οδυνηρό της πληγής και την αδυναμία εκείνων που πάσχουν, με το να λέει ότι «Θα ολολύξει ο Μωάβ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες