Γέγραπται δὲ οὕτως· ὅτι «Ἐθυμώθη Βαλὰκ καὶ συνεκρότησε ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, καὶ εἶπε Βαλὰκ πρὸς Βαλαάμ· Καταράσασθαι τὸν ἐχθρόν μου κέκληκά σε, καὶ ἰδοὺ εὐλογῶν ηὐλόγησας τούτῳ τρίτῳ. Καὶ εἶπε Βαλαὰμ πρὸς Βαλάκ· Οὐχὶ καὶ τοῖς ἀγγέλοις σου οἷς ἀπέστειλας πρός με ἐλάλησα, λέγων· Ἐάν μοι δῷ Βαλὰκ πλήρη τὸν οἶκον αὐτοῦ ἀργυρίου καὶ χρυσίου, οὐ δυνήσομαι παραβῆναι τὸ ῥῆμα Κυρίου ποιῆσαι αὐτὸ καλὸν ἢ πονηρὸν παρ᾽ ἑαυτοῦ; ὅσα ἂν εἴπῃ μοι Θεὸς, ταῦτα ἐρῶ.» Σύνηθες μὲν οὖν τοῖς ψευδομάντεσι, καὶ ταῖς οὕτως ἀπατηλαῖς κεχρῆσθαι φωναῖς, σκεπτομένοις ὅτι πάντη τε καὶ πάντως τοῖς φιλοπευστεῖν ἐθέλουσιν, ἐροῦσι τὸ ἀληθές. Σύνες δὲ ὅτι τὸ φάναι τὸ ἀτρεκὲς ἀλλότριον τῆς ἐπαοιδοῦ τε καὶ μάγου τέχνης· προσγένοιτο δ᾽ ἂν ἔσθ᾽ ὅτε παρὰ Θεοῦ ἐπὶ τῷ τὰς τῶν βεβήλων ψυχὰς, τῇ τῶν ἐσομένων προαγορεύσει δεινῶς κατακομίζοντος. ΠΑΛΛ. Πείθομαι. ΚΥΡ. Ὅτι γὰρ μεμίσηκε καὶ παραλύει Θεὸς τὰς τοιαύτας ἤτουν γοητείας καὶ εἰκαιομυθίας, σαφὲς ἂν γένοιτο λέγοντος αὐτοῦ· «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός·» καὶ προσέτι τούτοις· «Τίς ἕτερος διασκεδάσει σημεῖα ἐγγαστριμύθων καὶ τὰς μαντείας ἀπὸ καρδίας, ἀποστρέφων φρονίμους εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν μωρεύων, καὶ ἱστῶν ῥήματα παιδὸς αὐτοῦ καὶ τὴν βουλὴν τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ ἀληθεύων;»
Μετάφραση
Είναι γεγραμμένο ως εξής: «Οργίστηκε ο Βαλάκ και χτύπησε τα χέρια του, και είπε ο Βαλάκ στον Βαλαάμ: Σε κάλεσα για να καταραστείς τον εχθρό μου, και ιδού, εσύ τον ευλόγησες με ευλογίες για τρίτη φορά. Και είπε ο Βαλαάμ στον Βαλάκ: Δεν μίλησα και στους αγγελιαφόρους σου που μου έστειλες, λέγοντας: Εάν μου δώσει ο Βαλάκ τον οίκο του γεμάτο από ασήμι και χρυσάφι, δεν θα μπορέσω να παραβώ τον λόγο του Κυρίου ώστε να κάνω καλό ή κακό από μόνος μου· όσα μου πει ο Θεός, αυτά θα πω.» Είναι λοιπόν συνηθισμένο στους ψευδομάντεις να χρησιμοποιούν τέτοια απατηλά λόγια, σκεπτόμενοι ότι οπωσδήποτε θα πουν την αλήθεια σε όσους έχουν την περιέργεια να μάθουν. Κατανόησε όμως ότι το να λέει κανείς την αλήθεια είναι ξένο προς την τέχνη του επωδού και του μάγου· θα μπορούσε όμως μερικές φορές να προέλθει από τον Θεό, ο Οποίος καταβάλλει φοβερά τις ψυχές των βεβήλων με την προαγόρευση των μελλοντικών γεγονότων. ΠΑΛΛ. Πείθομαι. ΚΥΡ. Διότι, το ότι ο Θεός μισεί και ακυρώνει τέτοιου είδους μαγείες και ματαιολογίες, γίνεται σαφές από τα λόγια Του: «Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός» και επιπροσθέτως: «Ποιος άλλος θα ματαιώσει τα σημεία των εγγαστριμύθων και τις μαντείες από την καρδιά, στρέφοντας προς τα πίσω τους συνετούς, και αποδεικνύοντας μωρή τη βουλή τους, και στερεώνοντας τα λόγια του δούλου Του και επαληθεύοντας τη βουλή των αγγέλων Του;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες