καὶ εἶπε Μωυσῆς ”ταῖς φυλαῖς Ἰσραήλ Ἀποκτείνατε ἕκαστος τὸν οἰκεῖον αὐ- “τοῦ τὸν τετελεσμένον τῷ Βεελφεγώρ.” οὗ δὴ καὶ εἰς πέρας ἐνηνεγμένου, πέπτωκε πληθὺς οὐ μετρία τῶν ἐξ Ἰσραήλ. ἄθρει δὴ οὖν, ὅτι προσάγων εἰδώλοις τὰ τοῦ Θεοῦ δικαιώματα κατὰ τοὺς Μωυσέως χρόνους ὁ Ἰσραὴλ, ἀπέθανεν οἰκτρῶς. ἀπεσφάζετο γὰρ ὁ πεπλανημένος τοῖς τῶν οἰκείων ξίφεσιν, οὐκ ὀθνείᾳ χειρί· ἀλλὰ προσέθετο τοῦ ἁμαρτάνειν. πεποιήκασι γὰρ ἑαυτοῖς χώνευμα χρυσοῦν, καὶ ἔργα τέκτονος, καὶ τεχνουργῶν ἐπιστήμαις ἐκπεποιημένους θεούς. ἐπιμειδιᾷ δὲ ὥσπερ ταῖς αὐτῶν εἰκαιοβουλίαις ὁ λόγος. θεοὺς γὰρ εἶναι πεπιστεύκασιν, οὓς αὐτοὶ τεκταίνουσιν. ἐπιφωνείτω δὴ οὖν καὶ τούτοις ὁ ψαλμῳδός “Ὅμοιοι αὐτοῖς ”γένοιντο πάντες οἱ ποιοῦντες αὐτὰ, καὶ πάντες οἱ πεποι- “θότες ἐπ᾽ αὐτοῖς.” <Αὐτοὶ λέγουσι Θύσατε ἀνθρώπους, μόσχοι γὰρ ἐκλελοίπασι.
Μετάφραση
Και είπε ο Μωυσής στις φυλές του Ισραήλ: «Ας σκοτώσει ο καθένας τον δικό του άνθρωπο, αυτόν που έχει μυηθεί στη λατρεία του Βεελφεγώρ». Όταν δε αυτό εκτελέστηκε, έπεσε ένα πλήθος όχι μικρό από τους Ισραηλίτες. Παρατήρησε λοιπόν ότι, προσφέροντας στα είδωλα τα δικαιώματα του Θεού κατά την εποχή του Μωυσή, ο Ισραήλ πέθανε οικτρά. Διότι ο πλανημένος σφαζόταν από τα ξίφη των δικών του ανθρώπων, όχι από ξένο χέρι· αλλά εξακολούθησε να αμαρτάνει. Διότι κατασκεύασαν για τους εαυτούς τους χρυσά χωνευτά είδωλα, και έργα τεχνιτών, και θεούς φτιαγμένους με τις ικανότητες των δημιουργών τους. Ο λόγος λοιπόν σχεδόν μειδιά με τη ματαιοπονία τους. Επειδή πίστεψαν πως είναι θεοί εκείνοι που οι ίδιοι κατασκευάζουν. Ας αναφωνήσει, επομένως, και σε αυτούς ο ψαλμωδός: «Όμοιοι με αυτά ας γίνουν όλοι όσοι τα κατασκευάζουν, και όλοι όσοι έχουν στηρίξει την ελπίδα τους σε αυτά». Αυτοί λένε: «Θυσιάστε ανθρώπους, διότι τα μοσχάρια έχουν πλέον εκλείψει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες